Γράφει η Μ.

 

Ίσως πέρασε ένας χρόνος από τότε, ίσως πάλι, μια βδομάδα που την έκαναν οι συνθήκες κι η απόσταση η οποία μπήκε ανάμεσά μας να μοιάζει με αιωνιότητα. Ίσως πάλι, να έχασα το μέτρημα και απλά να ήθελα να πείσω τον εαυτό μου για δήθεν ημερομηνίες που όχι μόνο το αποτέλεσμα δε θα άλλαζαν αλλά ούτε καν τα συναισθήματά μου. Τι να μου πουν οι αριθμοί για σένα;

Ήθελα πολύ να διαφέρουμε από τους άλλους, έστω και στα απλά, έστω και στα γράμματα ή τους δήθεν αριθμούς. Είχα φτάσει τον εαυτό μου σε σημείο να μην κοιτάω καν το κινητό μου,  να μη γνωρίζω ούτε ποιον μήνα διανύουμε, ούτε και τι ώρα ήταν. Η μόνη ώρα που χτύπαγαν τα ξυπνητήρια του μυαλού μου, ήταν εκείνη που ασυναίσθητα μου θύμιζε εσένα. Καμία άλλη δεν υπήρχε. Ακόμη κι αν στο μυαλό μου βαρούσαν ασταμάτητα τα ρολόγια, εγώ ένιωθα πως θα σπάσω μόνο πάνω σου. Τα χέρια μου είχαν γίνει πλέον δείκτες πάνω στο κορμί σου, που για μένα έμοιαζε σαν ωρολογιακή βόμβα. Και ήξερες πολύ καλά ότι δεν μπορούσα ούτε στο χέρι μου να κρατήσω ρολόι, καθώς με μπέρδευαν οι ήχοι και ο θόρυβος. Τι να τις κάνεις τις ώρες όταν έχεις τη στιγμή;

Διαφέραμε ως ζευγάρι από τα άλλα, τα κοινά, καθώς ανατρέπαμε κάθε στερεότυπο μαζί. Κάθε κοινό παράδειγμα που θα μπορούσε να μας περιπλέξει στα μαθηματικά του απλού έρωτα. Δεν ήμασταν έρωτας  της καθημερινότητας, ήμασταν ερωτευμένοι του λεπτού, ίσως και του δευτερόλεπτου. Δεν περιμέναμε να πάει η ώρα για να συναντηθούμε καθώς, πάντα έφτανες ώρες πριν στο σπίτι, ακόμη κι αν στη δουλειά έπρεπε να κάνεις υπερωρίες. Κι εγώ ήμουν πάντοτε εκεί, να σε περιμένω. Αν και γνώριζα πότε θα ‘ρθεις, βλέπεις, ο ήχος του αυτοκινήτου σου κάτω από το σπίτι μου, μαρτυρούσε κάθε κρυφή σου έκπληξη.

Δεν ήμουν άνθρωπος της αναμονής, ούτε κι εσύ ήσουν. Ήμασταν δυο πλάσματα της επιμονής. Μπορεί να είχαμε τσακωθεί και να επιμέναμε κι οι δύο στο ίδιο πράγμα κι αυτό μας έφερνε σε ακαταμάχητη κόντρα. Κι ήθελα τόσο πολύ να σε κοντράρω. Μου άρεσε να θυμάμαι τις μπαντιές που έκανες με το αυτοκίνητο μπροστά μου για να με εκπλήξεις. Κι ενώ εσένα σου γέμιζε η αδρεναλίνη και το πάθος στο κεφάλι, εμένα με έπιαναν τα νεύρα μου, στην ιδέα μην πάθεις τίποτα. Ξέρω, πολλές φορές γινόμουν υπερβολική κι αγύριστο κεφάλι στο θέμα της προστασίας, άλλα δε γνώριζα πως ο έρωτας ήταν πιο επικίνδυνος. Κατά αυτό το σκεπτικό έχω να δικαιολογώ τον εαυτό μου, λέγοντας πως ο έρωτας ήταν υπαίτιος για όλες τις πράξεις μου, ακόμα κι αν γνώριζα πως αντιστρόφως δε με συνέφερε καθόλου.

Αυτό που δεν μπορώ να εξάγω από το δικό μου μυαλό, τη δικιά μου αριθμομηχανή, είναι το πόσο γρήγορα εξαφανίστηκες από τη ζωή μου και πως το ουίσκι σου το έπινες με δύο δάχτυλα αλκοόλ κι ένα πάγο. Κι μη φανταστείς πως το θυμάμαι, γιατί ήταν ανεκτίμητη η λατρεία για σένα, το θυμάμαι μόνο και μόνο για να μπορώ να το ζητήσω όταν θα βρίσκομαι κάπου μόνη και θα πίνω στην υγειά σου.