«Εγώ πάλι είμαι ο Αγησίλαος. Η Φωτεινή με αγαπάει και λέει πως είμαι γιος της. Τι κι αν εγώ είμαι γάτος κι αυτή άνθρωπος. Περίεργοι οι άνθρωποι και η μαμά μου πιο πολύ. Θα καταλάβετε γιατί.

Γιατί με έβγαλε έτσι δεν ξέρω, αλλά ευτυχώς μπροστά στους άλλους με φωνάζει Άγη. Όταν είναι στις καλές της και είμαστε οι δυο μας με φωνάζει Σιλάκο, πιο γλυκό αυτό και δεν ξέρω άλλο γάτο να τον λένε έτσι.

Η μαμά είναι μικρή και όπως λέει και το όνομά της, φωτεινό και ανοιχτό άτομο. Μπαμπά δεν έχω. Μη με ρωτήσετε γιατί, διότι η Φωτεινή είναι αναποφάσιστη.

Μεταξύ μας το τελευταίο τρίμηνο νομίζω πως έχω δύο.

Τον Ανέστη και τον Δημήτρη. Η μαμά αφιερώνει τον ίδιο χρόνο και στους δύο και από ότι λέει στις φίλες της στο τηλέφωνο δείχνει να νοιάζεται και για τους δύο το ίδιο.

Χθες μιλούσε με μία στο τηλέφωνο, εμένα με είχε στα πόδια της και με χάιδευε, κι έδειχνε να μη θέλει να κάνει διακρίσεις ανάμεσά τους, αποφασίζοντας να μείνει και με τους δύο.

Τρεις άντρες θα αντέξει άραγε αυτό το σπίτι; -ο τρίτος είμαι εγώ και δε σηκώνω κουβέντα-.»

Η Φωτεινή δεν ήταν ούτε ανοιχτόμυαλη, ούτε πρωτοποριακή. Πέρασαν και έμειναν στη ζωή της και ο Ανέστης και ο Δημήτρης.

Δεν ήταν μόνο ότι συμπλήρωνε ο ένας τον άλλο και όσα δεν έπαιρνε από τον ένα της τα έδινε ο άλλος.

Δεν ήταν ότι με τον ένα τα πήγαινε καλά στο κρεβάτι και με τον άλλο στην επικοινωνία, όπως περιμένεις να διαβάσεις -που και το κρεβάτι επικοινωνία είναι και δεν έχω καταλάβει ακόμη τον διαχωρισμό αυτό-.

Δεν ήταν μια γυναίκα player με σκοπό της ζωής της να κοροϊδέψει ή να εκδικηθεί τους άντρες. Δεν είχε κανένα άχτι να βγάλει.

Απλώς ερωτεύτηκε και τους δύο.

«Και ποιος είπε πως ο έρωτας έχει όρια; Θα ερωτευτείς έναν και τέρμα;», έλεγε πολύ συχνά η Φωτεινή.

Λένε πως οι άνθρωποι είναι σαν τα κομματάκια του πάζλ. Το ένα βρίσκει το άλλο και κουμπώνουν. Αλλά πες μου, πόσα πάζλ έχεις δει να ολοκληρώνονται με δύο κομμάτια; Ακόμη και για να σχηματίσουμε τη γωνία σε ένα πάζλ πρέπει να κουμπώσουμε δύο κομμάτια πάνω στο βασικό.

Η Φωτεινή ήταν η γωνία του πάζλ. Ο Ανέστης το δεξί της κομμάτι κι ο Δημήτρης το από κάτω.

Την συμπλήρωναν και οι δύο. Δε συμπλήρωνε ο ένας τον άλλο, απλώς και οι δύο συμπλήρωναν την ίδια.

Ο ένας γνώριζε την ύπαρξη του άλλου κι εκείνη υποστήριζε πως είναι φίλοι. Ψέματα δεν έλεγε. Ήταν κατά βάση φίλοι και έπειτα εραστές.

«Χαίρομαι να βλέπω την ανθρωπομαμά μου ευτυχισμένη. Τελικά ίσως να μη με πειράζει που έχω δύο μπαμπάδες. Άλλωστε παίρνω και πιο πολύ αγάπη, όπως κι εκείνη.

Κάθε που τους βλέπω κάνω τον κινέζο. Έτσι μου έχει πει και η μαμά, για πλάκα. Άλλωστε είμαι ο μόνος που τα ξέρει όλα και δεν της χαλάω κανένα χατίρι. Τα σημάδια πάνω της τα έχουμε βαφτίσει γατίσιες γρατσουνιές. Τις κλήσεις, ξυπνητήρι που υπενθυμίζει την ώρα μου για φαγητό. Η μαμά σε αυτά ήταν πιο γάτα κι από εμένα.»

Γυναίκες σαν τη Φωτεινή υπάρχουν πολλές, δίπλα σου και δίπλα μου.

Που κάθε πρωί ξυπνούν και σκέφτονται αν μπορούν να κόψουν την ευτυχία τους σε παραπάνω από δύο κομμάτια.

Και ναι η ευτυχία κόβεται και στα τρία και στα τέσσερα.

Χασάπης της ευτυχίας σου είσαι εσύ και τον έρωτά σου θα τον τεμαχίσεις και θα τον χαρίσεις όπου και σε όσους θες, κι αν θες και ταυτοχρόνως, δικό σου μέλημα.

Και για να μη σε σοκάρω έτσι απότομα, θα το πάμε λάου λάου.

Ο έρωτας δεν είναι εκείνος ο χοντρούλης ο γυμνούλης με το τόξο, ούτε χρυσόσκονες μοιράζει, ούτε κανόνες έχει θέσει. Τσεκαρισμένο αυτό, δεν ξύπνησε κανένα πρωινό και είπε πως ο έρωτας ανήκει μόνο σε δύο.

Μας το άφησε ελεύθερο να συμπληρώσουμε εμείς το κενό.

Βάλε το νούμερο εκείνο που συμπληρώνει την ευτυχία σου.

 

Συντάκτης: Σπυριδούλα Γεωργοκίτσου