Ερωτεύτηκες. Μα πώς, σε ρωτάνε, εσύ στην αρχή ούτε περίπτωση δεν έδινες για έναν έρωτα. Υπάρχει κι αυτή η πλευρά του σκαλώματος, ναι. Που έρχεται αργότερα, που δε λογαριάζει από αρχικούς εντυπωσιασμούς, που αναιρεί θα λέγαμε αυτό το αρχικό μούδιασμα του κεραυνοβόλου. Άπαξ και συμβεί, ψάχνεις του λόγους που έγινε μέσα σου το κλικ, ψάχνεις να βρεις τι ήταν αυτό που πριν δεν έβλεπες, ή αγνοούσες άθελά σου. Πάντα σ’ αυτά τα ωραία κολπάκια του μυαλού μας, αντιδράμε σαν να αποβλακωθήκαμε μην μπορώντας να μεταφράσουμε ό,τι βρισκόταν μπροστά μας. Γιατί αν το κεραυνοβόλο χτύπημα έρχεται για να σου πάρει το μυαλό, το ετεροχρονισμένο έρχεται για να σε κάνει να το αμφισβητήσεις.

Κακά τα ψέματα, για να πει κανείς πως ερωτεύτηκε, κατ’ εμέ, θα πρέπει να τον τραβήξει η ενέργεια του άλλου. Αυτή η ανεξήγητη καμιά φορά ανάγκη, να καθίσεις δίπλα σ’ εκείνο το άτομο, γιατί σε κάνει να νιώθεις ωραία. Όχι απαραίτητα έλξη στην αρχή, μα σου δημιουργεί μια αίσθηση πληρότητας του τύπου «τι καλά που είμαι εδώ». Χημεία που στην αρχή εκφράζεται ως οικειότητα, ως αγγίγματα που δε σε κάνουν να νιώθεις άβολα, κι αγκαλιές που γίνονται αυθόρμητα κι όχι φιλικά όπως βλακωδώς θα νόμιζες στην αρχή. Για να έρθουν δύο άνθρωποι κοντά.

Τέτοιοι έρωτες αποδεικνύουν πως δεν είμαστε μηχανισμοί με barcode. Μία που σε είδα, μια που σε καψουρεύτηκα. Δεν πάει για όλους έτσι. Καμιά φορά χρειάζεται ένα διάστημα να κάθεσαι σαν απλός παρατηρητής, μέχρι να πας ένα βήμα μπροστά. Δεν ξέρω αν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο για να πούμε πως τα μεν στοιχεία αποτελούν κριτήριο αφανούς έλξης για έναν άνθρωπο και τα δε όχι. Αυτό που με χαριτωμενιά μας τρίβει η ζωή στα μούτρα, είναι πως αυτό που μας λείπει σε επίπεδο συναισθηματικό, τείνουμε να το ψάχνουμε καμιά φορά σε λάθος πόρτες. Οι έρωτες που έρχονται κατόπιν τυπικής γνωριμίας, ίσως έρχονται και κουμπώνουν δίπλα σ’ όλα αυτά τα κουτάκια που τόσο καιρό είχαμε κενά, γιατί τα ψάχναμε σε προφανή σημεία. Δεν είναι έτσι τελικά κι είναι υπέροχο αυτό.

 

 

Αυτός ο συνάδελφος στη δουλειά, που μια φορά χαρακτήρισες χλιαρό, γιατί εντάξει δε λέει και πολλά ο τύπος. Εκείνη η κοπέλα που κάποτε γνώρισες σε κοινή παρέα και δεν τρελάθηκες να κάνεις κάποια κίνηση, τελικά σ’ έκανε να ξυπνάς λίγο διαφορετικά κάθε μέρα. Τα γιατί άπειρα. Πρώην πληγές, που σε χρόνο παρόντα δε σε αφήνουν να δεις καθαρά, η ταμπέλα του φιλικού, που δεν επιτρέπει να δούμε τον απέναντι με άλλο μάτι. Και φυσικά, στράβωμα δικό μας, που μας μετατρέπει σε στρείδια, ανίκανα να δουν πιο βαθιά στους άλλους.

Η χημεία, η επικοινωνία, η έκπληξη που νιώθουμε όταν ανακαλύψουμε πλευρές σε ανθρώπους που θεωρούσαμε απίθανο να υπάρχουν, μπορεί και να λειτουργούν αφροδισιακά μέσα μας. Ξυπνάει η θέληση να κυνηγήσεις, όχι γιατί σε μάγεψε η εικόνα, αλλά η ψυχή, με ό,τι στοιχεία κι αν κουβαλάει. Σίγουρα είναι πιο ξεκάθαρο το μπαμ και κάτω, αλλά κάποιοι άνθρωποι θα έρθουν στη ζωή σου και για να σε βάλουν να τα πεις με τον εαυτό σου. Αυτές οι σχέσεις προκύπτουν ίσως αργότερα, μα το ίδιο ξαφνικά. Ξυπνάς μια μέρα και το άσπρο γίνεται μαύρο. Τόσο καιρό δεν έβλεπες, δεν άκουγες, δε γνώριζες. Όλο δικό σου το χαστούκι τώρα.

Έτσι ορίζουμε καμιά φορά τη μαγεία, αυτό το γαμάτο συστατικό στις συγκυρίες που συνοδεύουν τη ζωή μας, το να μην είναι όλα στο χέρι μας. Χωρίς αυτή τη μεταβλητή, θα ξέραμε πού πάμε, με ποιον πάμε σε χρόνο προκαθορισμένο, εργοστασιακό. Η πραγματικότητα επιφυλάσσει όμορφες εκπλήξεις παρ’ όλα αυτά, με ανθρώπους άξιους ν’ αγαπηθούν, οι οποίοι μας περιτριγυρίζουν καθημερινά, ακόμη κι αν δεν ανοίγουμε έγκαιρα τα στραβά μας να το δούμε. Αν μπορώ να κλείσω με συμβουλή παθούσας, είναι καλό να δίνουμε ευκαιρίες όταν ξέρουμε πως μάς απλώνονται χέρια. Τσιγκουνιές στα αισθήματα η ζωή δε σου συγχωρεί, γι’ αυτό φρόντισε να επενδύσεις σωστά.

Συντάκτης: Αλίκη Μουσμούλα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου