Σίγουρα όλοι έχουμε παρατηρήσει ότι πλέον οι ειδήσεις, αλλά και οι υπόλοιπες ψυχαγωγικές εκπομπές έχουν κυριευτεί με θέματα γεμάτα φρίκη, πόνο και αδικία. Εγκλήματα πολέμου, λόγω διαταραχών ή και οίκτου, αλλά και περιπτώσεις κακοποίησης κατακλύζουν κάθε μέρα τις οθόνες μας, ακόμα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλοι πλέον έχουμε αρχίσει να παρατηρούμε την πιο άσχημη πλευρά αυτού του κόσμου σε καθημερινή βάση. Και κάπου εκεί, ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος, κάποια στιγμή να μην μπορούμε να αναγνωρίσουμε πού είναι το καλό και θα ξεχάσουμε πώς είναι να κάνεις μια καλή πράξη.

Ενώ βλέπουμε όλες αυτές τις ειδήσεις να μας κατακλύζουν καθημερινά, έχει παρατηρηθεί ότι κάποιες ομάδες ανθρώπων έχουν αρχίσει να δείχνουνε μια παγωμάρα απέναντι σε τέτοια περιστατικά, σε σημείο που μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν κάποιος να μην αισθάνεται ούτε ένα δράμι συμπόνιας γι’ αυτό που συμβαίνει στον διπλανό του. Μετά και τις πολεμικές συρράξεις στην περιοχή της Γάζας και στην Ουκρανία, βγήκε στην επιφάνεια το θέμα του Post Traumatic Stress Disorder –Διαταραχή μετατραυματικού στρες ή αλλιώς ptsd- το οποίο συνήθως διακατέχει άτομα τα οποία έρχονται σε επαφή με κάποια τραυματικό γεγονός, όπως είναι ο βι@σμός, ένα ατύχημα, μία κακοποίηση αλλά και άλλα περιστατικά που έχουν απειλήσει άμεσα ή έμμεσα τη ζωή τους.

Πρόκειται για μια διαταραχή, η οποία εμφανίστηκε κυρίως σε στρατιώτες μετά από πόλεμο και πλέον αναγνωρίζεται και σε άλλα άτομα που πέφτουν θύματα κακοποίησης. Ο όρος Compassion Fatigue –ή αλλιώς Κόπωση Συμπόνιας- η οποία παρατηρήθηκε κυρίως σε άτομα που δουλεύουν στον χώρο της υγείας είναι μια προσθήκη αυτής, ένα κοινωνικό φαινόμενο που έγινε διάσημο τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τα χρόνια της πανδημίας, όμως έχει εμφανιστεί στον επιστημονικό κόσμο σαν όρος, ήδη από το 1992 και πάει πολλά χρόνια ακόμη πίσω. Κάποιοι μιλούν για παραπλήσιες διαταραχές, ενώ κάποιοι τις συγχέουν. Μήπως τελικά μιλάμε για εξέλιξη του PTSD; Ή για κάποια διαταραχή που έχει απλά κοινά σημεία με αυτό;

Σε έρευνα που είχε γίνει στη Μεγάλη Βρετανία είχε παρατηρηθεί ότι οι μαίες εμφανίζουν κόπωση συμπόνιας. Συγκεκριμένα, επιστήμονες ανέφεραν ότι πρόκειται για μια διαφορετική μορφή τραυματικού στρες, η οποία έρχεται σε δεύτερο επίπεδο, μετά το PTSD. Τι συνέβη όμως στις μαίες και εμφάνισαν αυτού του είδους τη διαταραχή; Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι μαίες πολύ συχνά διαμόρφωναν έναν δυνατό δεσμό με τις νέες μητέρες και «δίνονταν» ολοκληρωτικά, τόσο επαγγελματικά όσο και συναισθηματικά, σε κάθε μία από τις λεχώνες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τις εξαντλήσει ψυχολογικά, ειδικά όταν αντιμετώπιζαν περιπτώσεις θανάτου βρεφών ή λεχώνων. Κάπως έτσι, ένα μεγάλο ποσοστό τους οδηγήθηκε σε κόπωση συμπόνιας. Έχοντας φτάσει στα όρια των ψυχικών αντοχών τους, άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια κατάθλιψης, αρρώσταιναν πιο συχνά και πολλές από αυτές οδηγήθηκαν στο να αλλάξουν επάγγελμα. Συν τις άλλοις, τα επίπεδα φροντίδας προς τους ασθενείς ήταν πολύ πιο χαμηλά, κάτι που δυστυχώς πολλές φορές οδηγούσε σε λάθη. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το απαιτητικό ωράριο, τις νυχτερινές βάρδιες και το burnout, δημιούργησε μια αίσθηση αποτυχίας. Εν ολίγοις, η υπερβολή που έδειχναν στον να φροντίσουν τους ασθενείς, τις εξάντλησε ψυχικά και σωματικά.

Η διαφορά του εργασιακού burnout με την κόπωση συμπόνιας είναι σημαντική. Στην κόπωση συμπόνιας, οι άνθρωποι που την εμφανίζουν ταυτίζουν το τραύμα του ασθενή με δικά τους και πολλές φορές το νιώθουν σαν να είναι δικό τους. Tο burnout είναι ψυχική και σωματική κούραση, σε συνδυασμό με έλλειψη ενέργειας. Βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που εμφανίζει συμπτώματα κόπωσης συμπόνιας είναι ότι παραμελεί τον εαυτό του, θέλοντας να φροντίσει τους άλλους που βιώνουν ένα τραύμα ή που περνούν μία δύσκολη φάση στη ζωή τους. Αρκετοί όμως από αυτούς που όντως έχουν κόπωση συμπόνιας μετά από μία ή περισσότερες τραυματικές εμπειρίες, εμφανίζουν, εκτός από εξάντληση κι άλλα ψυχοσωματικά, μια απάθεια και μια αδιαφορία απέναντι σε αυτόν που παθαίνει κάτι κακό. Κυρίως, λόγω αυτού του συμπτώματος μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί οι άνθρωποι που δουλεύουν στους χώρους υγείας εμφανίζουν πιο συχνά αυτού του είδους τη διαταραχή. Είναι διαφορετικό να σου συμβεί μία φορά κάτι τραυματικό και να καταφέρεις να το διαχειριστείς κι άλλο να είναι η ζωή σου όλη.

Με την εισβολή όλων των άσχημων ειδήσεων στη ζωή μας, η διαταραχή αυτή είχε αρχίσει κι εμφανίζεται ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν οι ίδιοι τραυματικές εμπειρίες. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η κόπωση συμπόνιας είναι και μια άμυνα του οργανισμού απέναντι σε άσχημες καταστάσεις, για να μη σε πάρει από κάτω. Εν τέλει, όμως, αντί να προστατεύσει βλάπτει, αφού η κόπωση συμπόνιας είναι τρομερά ζημιογόνος για τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου που την παρουσιάζει, ακόμα κι αν αυτός δείχνει να είναι ο πιο αναίσθητος και ο πιο εγωιστής άνθρωπος του κόσμου.

Κανένα τραύμα δεν κλείνει από μόνο του, όταν το αγνοούμε. Αντιθέτως, θα πρέπει να το αντιμετωπίσει αυτός που το έχει και να μάθει να το διαχειρίζεται, για να το αφήσει πίσω του. Η εικόνα ενός παιδιού να κείτεται αιμόφυρτο στα χαλάσματα ενός σπιτιού που έχει βομβαρδιστεί είναι κάτι που τρομάζει κι αναστατώνει. Αυτή η εικόνα σου δίνει επίσης και μια δυνατότητα να ζυγίσεις μέσα σου τις επιπτώσεις που φέρνει ένας πόλεμος και να φροντίσεις γι’ αυτό το παιδί, όπως μπορείς. Για να αλλάξει, άλλωστε, ο κόσμος και να γίνει καλύτερος, θα πρέπει να αλλάξει πρώτα ο καθένας μας τον τρόπο που τον βλέπει. Κι η άμυνα είναι καλή και πολλές φορές χρήσιμη, αλλά η δράση είναι εκείνη που τελικά λύνει τα προβλήματα.

 

Συντάκτης: Κέλλυ Ιακωβίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου