Κάποτε δυσκολεύονταν να συνεννοηθούν ενώ ήταν μαζί. Σήμερα δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε αν είμαστε καν μαζί.

Υπάρχουν σειρές που δεν μένουν στην τηλεόραση. Μένουν στις ατάκες, στις συνήθειες και στον τρόπο που βλέπουμε τις σχέσεις χρόνια μετά. Και αν υπάρχει μια σειρά που άντεξε στον χρόνο, αυτή είναι το «Σε αγαπώ, μ’ αγαπάς». Βλέποντάς τη ξανά σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, συνειδητοποιείς κάτι παράξενο. Ο Θοδωρής και η Δήμητρα μπορεί να τσακώνονταν για τα πάντα, να μην επικοινωνούσαν πάντα σωστά και να έβγαζαν ο ένας τον άλλον εκτός εαυτού, αλλά τουλάχιστον ήξεραν τι ήταν. Ήταν μαζί. Στην εποχή των situationships, αυτό από μόνο του μοιάζει σχεδόν πολυτέλεια. Σήμερα μπορεί να μιλάς με κάποιον κάθε μέρα, να ανταλλάσσετε καλημέρες και καληνύχτες, να ξέρετε απέξω τις συνήθειες ο ένας του άλλου και παρ’ όλα αυτά να μην μπορείς να απαντήσεις στην απλή ερώτηση: «Τελικά τι είστε;».

Ο Θοδωρής πιθανότατα θα είχε ήδη κουραστεί από την τρίτη κιόλας εβδομάδα. Η Δήμητρα πάλι θα είχε κάνει μια τρίωρη ανάλυση για το θέμα, καταλήγοντας κάπου ανάμεσα στο:

— «Εγώ είμαι μια ευαίσθητη γυναικεία ύπαρξη!»

και

— «Εγώ ποτέ θα γίνω μάνα;»

Και κάπου εκεί ο Θοδωρής θα απαντούσε το κλασικό:

— «Θα μας πάρει ο ύπνος…»

Γιατί ίσως αυτό είναι που κάνει τη σειρά τόσο αγαπητή ακόμα. Δεν μας έδειχνε την τέλεια σχέση. Μας έδειχνε δύο ανθρώπους που επέλεγαν να μείνουν, ακόμα κι όταν δεν συμφωνούσαν σε τίποτα.

Σήμερα πολλές φορές έχουμε περισσότερους τρόπους επικοινωνίας αλλά λιγότερη σαφήνεια. Μπορεί να μιλάμε ασταμάτητα, αλλά να αποφεύγουμε τις κουβέντες που πραγματικά έχουν σημασία. Να γνωρίζουμε τι καφέ πίνει ο άλλος, αλλά να μην ξέρουμε αν μας βλέπει στο μέλλον του. Και κάπως έτσι, μια σειρά που μιλούσε για ψώνια, λογαριασμούς, νεύρα και καθημερινές παραξενιές μοιάζει ξαφνικά πιο σύγχρονη από όσο θα περίμενε κανείς.

Γιατί πίσω από το θρυλικό:

— «Θοδωρήηηη…»

το

— «Τι φραντζόλα τη θες;»

ή το αξεπέραστο

— «Αχ βούτυρο… καλά τώρα με πας αλλού, ξέρεις πού με πας; Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι»

κρυβόταν κάτι πολύ απλό.

Δύο άνθρωποι που, παρά τις διαφορές τους, δεν φοβούνταν να παραδεχτούν ότι ήταν ο ένας στη ζωή του άλλου.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο επίκαιρο στοιχείο της σειράς σήμερα.

Όχι ότι μας έδειξε μια τέλεια αγάπη.

Αλλά μια αγάπη που είχε όνομα.

Υ.Γ.

Ίσως τελικά το πιο ρεαλιστικό πράγμα στο «Σε αγαπώ, μ’ αγαπάς» να μην ήταν οι καβγάδες. Ήταν ότι κανείς δεν αναρωτιόταν αν η σχέση τους υπήρχε.

Συντάκτης: Νεφέλη Μπάκα
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη