Κάθε φορά που γινόμαστε μάρτυρες μιας ακραίας ρατσιστικής πράξης, η πρώτη μας σκέψη είναι συχνά: «Μα είναι δυνατόν; Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τρελός». Είναι μια αυθόρμητη αντίδραση. Γιατί πώς να εξηγήσει κανείς τον λευκό αστυνομικό που έριξε κάτω τον Elijah McClain και τον στραγγάλισε, ενώ εκείνος εκλιπαρούσε ότι δεν μπορεί να ανασάνει; Πώς να καταλάβει κανείς τους άνδρες που αναπαριστούσαν χλευαστικά τον θάνατο του George Floyd σε μια πορεία διαμαρτυρίας; Ή τα σχοινιά που κρεμάστηκαν σε γκαράζ όπου στάθμευε ο μοναδικός μαύρος οδηγός στη NASCAR, ο Bubba Wallace; Μπροστά σε τέτοιες εικόνες, πολλοί αναρωτιούνται: είναι άραγε ο ρατσισμός μια μορφή ψυχικής ασθένειας;
Η ιδέα πως ο ρατσισμός είναι ασθένεια δεν είναι καινούργια. Ήδη από τη δεκαετία του ’60, κάποιοι ψυχίατροι είχαν προτείνει στην Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση να μπει η ακραία προκατάληψη στις επίσημες διαγνώσεις. Όμως το αίτημα απορρίφθηκε. Γιατί; Είπαν ότι μια ασθένεια πρέπει να ξεφεύγει από το «κανονικό» και να δυσκολεύει τον άνθρωπο στην καθημερινή του ζωή. Ο ρατσισμός όμως ήταν τόσο συνηθισμένος τότε στην κοινωνία, που δεν μπορούσαν να τον χαρακτηρίσουν ως κάτι «μη φυσιολογικό».
Κι όμως, μερικοί ειδικοί επέμεναν. Ο ψυχίατρος Alvin Poussaint, που έζησε ο ίδιος τον σκληρό ρaτσισμό στον αμερικανικό Νότο, τον παρομοίαζε με ψευδαισθήσεις. Όπως έλεγε, όσο κι αν προσπαθούσες να εξηγήσεις σε κάποιους ότι οι μαύροι δεν είναι κατώτεροι, εκείνοι το πίστευαν πεισματικά, σαν να ζούσαν σε έναν φανταστικό κόσμο που δεν άλλαζε ποτέ.
Όσοι βλέπουν τον ρατσισμό σαν ασθένεια, πιστεύουν ότι έτσι δείχνουμε ξεκάθαρα ότι υπάρχει κάτι βαθιά λάθος στον τρόπο σκέψης αυτών που τον υιοθετούν. Από την άλλη, πολλοί θεωρούν ότι αυτή η ερμηνεία «ξεπλένει» την ευθύνη. Γιατί ο ρατσισμός δεν είναι κάτι που απλά «συμβαίνει» σε κάποιον, όπως η κατάθλιψη ή η σχιζοφρένεια. Είναι μια στάση που καλλιεργείται μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την ιστορία και τα προνόμια που έχουν κάποιοι εις βάρος άλλων. Αν χαρακτηρίσουμε τον ρατσισμό ως ασθένεια, τότε ανοίγει η πόρτα ώστε εγκλήματα μίσους να δικαιολογούνται στα δικαστήρια με το επιχείρημα «ο δράστης ήταν άρρωστος». Αυτό όμως είναι άδικο και για τα θύματα του ρατσισμού, αλλά και για τους ανθρώπους που παλεύουν πραγματικά με ψυχικές διαταραχές, οι οποίοι στιγματίζονται ακόμη περισσότερο.
Οι περισσότεροι ειδικοί σήμερα καταλήγουν στο ότι ο ρατσισμός δεν είναι ψυχική ασθένεια. Είναι μάλλον ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Δε γεννιόμαστε ρατσιστές, μαθαίνουμε να γινόμαστε. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο φόβος, η προκατάληψη και τα στερεότυπα, είναι πιο πιθανό να αναπαράγει αυτές τις ιδέες. Αντίθετα, ένα παιδί που μεγαλώνει με σεβασμό στη διαφορετικότητα, μαθαίνει να βλέπει τον άλλο σαν ίσο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ρατσισμός δεν έχει «ψυχολογικά» στοιχεία. Η ανάγκη να ανήκουμε σε μια ομάδα, ο φόβος για το «ξένο» και το «διαφορετικό», η αίσθηση ανωτερότητας που τρέφει το εγώ, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν ρατσιστικές αντιλήψεις. Αλλά αυτά δεν είναι ασθένεια. Είναι μηχανισμοί που διδάσκονται, συντηρούνται και ενισχύονται μέσα από την κοινωνία.
Αν πούμε ότι ο ρατσισμός είναι ασθένεια, τότε αφαιρούμε την ευθύνη από το άτομο. Ο ρατσιστής δεν είναι πια υπεύθυνος για τις πράξεις του· είναι «ασθενής». Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο μια ιδέα· έχει συνέπειες: διακρίσεις, αποκλεισμούς, βία, μέχρι και δολοφονίες. Δεν μπορούμε να αφήσουμε όλα αυτά να χαθούν κάτω από την ταμπέλα της «αρρώστιας». Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε τον ρατσισμό ως κοινωνικό πρόβλημα, τότε τον αντιμετωπίζουμε εκεί που γεννιέται. Δηλαδή στην εκπαίδευση, στην κουλτούρα, στην πολιτική, στον τρόπο που μιλάμε και ζούμε μαζί. Δεν περιμένουμε «θεραπεία» από γιατρούς αλλά παίρνουμε ευθύνη σαν κοινωνία.
Υπάρχει, βέβαια, μια πολύ σημαντική σύνδεση ανάμεσα στον ρατσισμό και την ψυχική υγεία, όχι στον θύτη, αλλά στο θύμα. Οι άνθρωποι που υφίστανται ρατσισμό βιώνουν άγχος, κατάθλιψη, τραύμα. Το να μεγαλώνεις σε μια κοινωνία που σε θεωρεί «κατώτερο» επειδή είσαι διαφορετικός, αφήνει βαθιά σημάδια στην ψυχή. Εδώ λοιπόν η ψυχιατρική και η ψυχολογία έχουν τεράστιο ρόλο να στηρίξουν τα θύματα, να σπάσουν τον φαύλο κύκλο του στίγματος και του πόνου.
Η ερώτηση «είναι ο ρατσισμός ψυχική ασθένεια;» ίσως δεν είναι η πιο σωστή. Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουμε πως ο ρατσισμός δεν είναι κάτι φυσιολογικό, δεν είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Δεν γεννιόμαστε με μίσος στην καρδιά· το μαθαίνουμε. Κι αφού το μαθαίνουμε, μπορούμε και να το ξε-μάθουμε.
Και αυτό ξεκινά από εμάς! Από το πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, από το πώς μιλάμε για τους άλλους, από το πώς στεκόμαστε δίπλα σε εκείνον που νιώθει διαφορετικός. Ο ρατσισμός μοιάζει πράγματι με μια τρέλα που σκοτεινιάζει το μυαλό, μια παραίσθηση που θολώνει την ψυχή. Μα δεν είναι αρρώστια. Είναι επιλογή! Κάθε φορά που απλώνουμε το χέρι σε έναν άνθρωπο, αντί να τον απορρίψουμε, σπάμε λίγο ακόμα τον κύκλο του μίσους. Και κάθε φορά που τολμάμε να δούμε τον άλλο σαν ίσο, φέρνουμε τον κόσμο ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια του.. Οτι όλοι μας αξίζουμε να αγαπιόμαστε, χωρίς όρους και χωρίς «διαφορές».
