Δεν είναι όλα τα τραγούδια απλώς μουσική. Κάποια έρχονται ακριβώς τη στιγμή που δεν ξέρεις τι να πεις στον εαυτό σου- και το λένε εκείνα για σένα. Πατάς play χωρίς να το περιμένεις τίποτα και ξαφνικά ένας στίχος, σε βρίσκει εκεί που πονάς, εκεί που κρύβεσαι, εκεί που προσποιείσαι ότι είσαι καλά.
Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό αλλά καθοριστικό: αυτό το τραγούδι δε σου άρεσε απλώς. Σε αναγνώρισε…
Υπάρχουν τραγούδια που μπαίνουν στη ζωή σου αθόρυβα. Δεν τα ψάχνεις, δεν τα διαλέγεις – σε βρίσκουν. Μια μέρα σε βρίσκουν τυχαία, κι εσύ μένεις ακίνητος, σαν να σου μίλησε κάποιος που σε ξέρει χρόνια. Ένας στίχος, μια παύση, μια φωνή που μοιάζει να λέει αυτά που δεν μπορείς να παραδεχτείς εσύ στον εαυτό σου.
Η μουσική έχει αυτή τη σπάνια δύναμη: να σε φέρει κοντά στον εαυτό σου χωρίς κάποια πίεση. Δε σου ζητά εξηγήσεις. Δε σου ζητά να βρεις λύσεις. Σου επιτρέπει απλώς να νιώσεις. Και μερικές φορές, αυτό είναι πιο θεραπευτικό από κάθε απάντηση. Ένα τραγούδι μπορεί να γίνει ο καθρέφτης σου στις μέρες που δεν μπορείς να κοιταχτείς. Να σου θυμίσει ότι δεν είσαι αδύναμος επειδή πονάς. Ότι δεν είσαι χαμένος επειδή μπερδεύτηκες. Ότι δε χρειάζεται να τα έχεις λυμένα όλα για να αξίζεις αγάπη – ούτε καν τη δική σου.
Για αυτό κάποια τραγούδια μας σημαδεύουν. Όχι επειδή είναι τέλεια, αλλά επειδή μας μοιάζουν. Γιατί κουβαλούν τις ρωγμές μας, τις αμφιβολίες μας, την ανάγκη μας να νιώσουμε αρκετοί. Και μέσα σε αυτά τα τρία λεπτά μουσικής αφήνουμε τον εαυτό μας να είναι ανθρώπινος.
Το “What was I made For?” της Billie Ellish δεν προσπαθεί να δώσει απαντήσεις. Δεν υπόσχεται φως στο τούνελ. Κάνει κάτι πιο γενναίο: στέκεται μέσα στην αβεβαιότητα και τη λέει με το όνομα της. Και ίσως γι’ αυτό αγγίζει τόσο βαθιά. Γιατί δε σου λέει τι πρέπει να γίνεις- σου επιτρέπει να είσαι αυτός που είσαι- ακόμα και όταν δεν ξέρεις.
Κάπου εκεί, χωρίς μεγάλες δηλώσεις και φανφάρες, ξεκινά η αυτοαγάπη. Όχι σαν επανάσταση. Σαν μικρή παραδοχή. Σαν ένα «είμαι εδώ» προς τον εαυτό σου. Σαν εκείνη τη στιγμή που ακούς ένα τραγούδι και σκέφτεσαι: ίσως τελικά δεν είμαι τόσο χαμένος όσο νόμιζα.
Γιατί τα τραγούδια που αγαπάμε δεν είναι τυχαία. Είναι οι ιστορίες μας σε άλλη μορφή. Είναι οι στιγμές που αντέξαμε, οι άνθρωποι που χάσαμε, οι εαυτοί που προσπαθήσαμε να προστατεύσουμε. Και όσο τα ακούμε, τόσο μαθαίνουμε να είμαστε επιεικείς με όσα κουβαλάμε.
Ίσως, λοιπόν, να μη χρειάζεται να μάθουμε πρώτα πως να αγαπάμε τον εαυτό μας. Ίσως να μη χρειάζεται απλώς να ακούσουμε. Να αφήσουμε ένα τραγούδι να μας πιάσει το χέρι και να μας θυμίσει ότι είμαστε ακόμη εδώ. Και ότι αυτό, από μόνο του, είναι αρκετό. Και όσο πιο πολύ νιώθουμε ένα τραγούδι “δικό μας”, τόσο πιο μαλακοί γινόμαστε απέναντι στον εαυτό μας. Η καρδιά σταματά να μας μιλά αυστηρά. Αρχίζει να μας κοιτά με καλοσύνη. Όπως πάντα κοιτούσαμε τους άλλους, αλλά ξεχνούσαμε να κοιτάξουμε εμάς.
Ίσως τελικά η αυτοαγάπη να είναι πιο απλή απ’ όσο νομίζαμε. Ίσως να ξεκινά από κάτι μικρό. Από ένα τραγούδι που απλώς μας μοιάζει.
Αν υπάρχει ένα τραγούδι που σε κάνει να σταματάς για λίγο τον κόσμο, κράτησέ το κοντά σου. Όχι γιατί σου θυμίζει ποιος ήσουν — αλλά γιατί σου ψιθυρίζει ποιος μπορείς να γίνεις, όταν σταματήσεις να είσαι τόσο σκληρός με εσένα. Κι αν κάποια μέρα βρεις αυτό το τραγούδι, μην το αφήσεις. Άκουσέ το ξανά και ξανά, μέχρι να γίνει ανάσα. Μέχρι να καταλάβεις πως τελικά δεν ήταν το τραγούδι που έπρεπε να αγαπήσεις. Ήσουν εσύ.
