Στην άκρη της πορείας μου
βρήκα τη μάσκα της έπαρσης.
Τη φόρεσα να νιώσω τη δύναμη της έλξης.
Ο Νάρκισσος πέρασε στα μάτια μου
μέσ’ από τη σιωπηρή συμφωνία μας.

Αταλάντευτη ψυχή οδηγημένη
στο φιλότιμο, την πίστη, το μαζί, την αλληλεγγύη.
Ο ορυμαγδός και η επίκληση της επιβίωσης
συνέβαλαν στη μετάλλαξή του
κατά του δαίμονα εαυτού μου.

Έπραξα…

Άμβλυνα τις αντοχές μου.
Έγινα σκληρός και απροσπέλαστος.
Έθεσα τον εαυτό μου σε όλα τα μαρτύρια.
Έπρεπε να τα υποστεί.
Με ανέλιξα μέσα από τη γνώση.
Με εξευτέλισα μέσα από την ανθρώπινη συντριβή.
Πήρα ψυχές στο διάβα μου και μέσα απ’ το άδειασμα
ανέπνεα τις ανάσες τους.
Συνέχιζα στα όρια της παρακμής και τα ξεπερνούσα
κάθε φορά.
Πήγαινα πέρα από αυτά.

Νύχτες με αφρούς στο στόμα
και βίαια τραντάγματα τις ώρες που κοιμόμουν.
Η ψυχή έφευγε και επέστρεφε με δύναμη μέσα μου.
Ξεχασμένοι μονόλογοι στην άκρη γραμμένοι,
πεταμένοι σαν τα συναισθήματα.
Κούφια όλα,
επίκουροι του γίγνεσθαι
και βάκχες να με καλούν στις όχθες τους.

Στέκω στη λίμνη τους τώρα,
κοιτάζοντας το ναρκισσιστικό είδωλό μου.
Δε με αγαπώ, ούτε με θαυμάζω.

Πνίγω εμένα μέσα από σένα.

Δέσε τα μάτια σου.

Σ’ ελευθερώνω.

Συντάκτης: Γεώργιος Σιλιβάκος