Υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση γύρω από τις σχέσεις, η οποία μάλιστα καλλιεργείται έντονα τα τελευταία χρόνια, ότι αν δουλέψεις με τον εαυτό σου, αν αναγνωρίσεις τα τραύματά σου, αν είσαι ώριμος, συνειδητοποιημένος άνθρωπος, καλός επικοινωνιακά, λίγο zen —αλλά όχι ενοχλητικά zen— τότε όποια σχέση κι αν κάνεις, θα είσαι ο ίδιος.
Λάθος.
Σίγουρα είναι καλό να δουλεύουμε με τον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε και τα δικά μας λάθη. Όμως δε σε υποδέχονται όλες οι σχέσεις με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι σχέσεις σπίτι. Κάποιες είναι στάσεις λεωφορείου. Κρύες, πρόχειρες, με έναν πάγκο που έχει «ψίχουλα» από κάποιον πριν από σένα. Και σε αυτές, όσο κι αν προσπαθείς, δε θα απλώσεις τα πόδια σου. Θα κάθεσαι πάντα μαζεμένος, σε επιφυλακή και με το μπουφάν κουμπωμένο.
Και έπειτα υπάρχουν σχέσεις που σε κάνουν να βγάζεις τα παπούτσια στην πόρτα χωρίς καν να στο ζητήσουν. Υπάρχουν σχέσεις που σε κάνουν να ανθίζεις και άλλες που σε κάνουν απλώς να λειτουργείς. Και πίστεψέ με, αυτή η διαφορά πάνω σου φωνάζει.
Στο πώς γελάς. Στο πώς μιλάς. Στο αν σκέφτεσαι τρεις φορές πριν πεις αυτό που νιώθεις. Είναι άλλο πράγμα να μπαίνεις κάπου και να σου λένε «κάτσε όπως είσαι» και άλλο να ξέρεις από το πρώτο λεπτό ότι πρέπει να χαμηλώσεις ένταση, φωνή και ανάγκες. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί, σε μια σχέση, να γίνεται σιωπηλός, μαζεμένος, επιφυλακτικός και σε μια άλλη να γελάει δυνατά, να μιλάει χωρίς φίλτρα, να χορεύει, να ανασαίνει, να γίνεται παιδί. Όχι γιατί αλλάζει ο χαρακτήρας. Αλλά γιατί ο χώρος τον αλλάζει.
Οι σχέσεις δεν είναι ουδέτερος τόπος. Είναι περιβάλλον. Και το περιβάλλον είτε σε μαζεύει είτε σου ανοίγει την ψυχούλα. Κάποιοι άνθρωποι βγάζουν από μέσα σου την εκδοχή που δε φοβάται και κάποιοι άλλοι την εκδοχή που σκανάρει το βλέμμα, που σκέφτεται «μήπως υπερβάλλω;», «ας μην το ανοίξω τώρα».
Και κάπου εκεί κάνεις το λάθος: κατηγορείς αποκλειστικά εσένα.
«Γκρινιάζω πολύ.»
«Έχω γεμίσει ανασφάλειες.»
«Έχω χάσει τον εαυτό μου.»
Άλλο πράγμα είναι να κουβαλάς τις συνέπειες των δικών σου πράξεων και άλλο να γίνεσαι ενοχικός και να κουβαλάς στην πλάτη σου μέχρι και τη δολοφονία του Κένεντι. Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι απλώς προσπαθούσες να σταθείς σε έναν χώρο που δε χωρούσε ολόκληρη την αλήθεια σου; Όλες τις πτυχές του εαυτού σου; Γιατί, στο λέω πολύ ειλικρινά, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «έχω θέματα να δουλέψω» και στο «προσπαθώ να ανθίσω σε γλάστρα χωρίς χώμα».
Κάποιες σχέσεις δε σε θέλουν ολόκληρο. Σε θέλουν απλώς βολικό. Λίγο πιο ήσυχο. Λίγο πιο ανθεκτικό. Λίγο πιο «δεν πειράζει». Και δε στο ζητάνε ευθέως. Το καταλαβαίνεις από το βάρος μετά τη συζήτηση. Από το πώς αρχίζεις να μικραίνεις χωρίς να το καταλάβεις. Από το πώς αρχίζεις να χάνεις τη φωνή σου. Κι εδώ είναι το ερώτημα που αξίζει να θέσεις στον εαυτό σου όταν βρίσκεσαι σε μια σχέση: ποια εκδοχή σου ζει μέσα σε αυτή; Αυτή που χαλαρώνει ή αυτή που σφίγγεται; Αυτή που έχει όρεξη για ζωή ή αυτή που λέει «να περάσει ακόμα μια μέρα — δε βαριέσαι, έτσι γίνονται οι σχέσεις»;
Γιατί η αγάπη δε φαίνεται στα μεγάλα λόγια. Φαίνεται στα μικρά. Στο αν μπορείς να είσαι κουρασμένος χωρίς να φοβάσαι. Στο αν μπορείς να διαφωνήσεις χωρίς να απειλείται η σχέση. Στο αν μπορείς να είσαι ευάλωτος χωρίς να νιώθεις ότι ζητάς συγγνώμη για τον όγκο σου. Και ας ειπωθεί καθαρά, χωρίς ωραιοποιήσεις: δε χάνεις τον εαυτό σου. Απλώς κάποιες σχέσεις δεν τον αντέχουν.
Και όχι, αποτυχία δεν είναι να φύγεις από εκεί που μικραίνεις. Αποτυχία είναι να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλά και ότι έτσι λειτουργούν οι σχέσεις. Δε λειτουργούν έτσι. Γιατί στο τέλος δε μετράει πόσο κράτησε κάτι, αλλά ποιος ήσουν όσο κράτησε. Αν ήσουν πιο φοβισμένος άνθρωπος, πιο κλειστός, πιο μόνος ενώ ήσασταν δύο, δεν ήταν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Ήταν η πιο προσαρμοσμένη. Κι εσύ δε γεννήθηκες για να προσαρμόζεσαι. Γεννήθηκες για να χωράς ολόκληρος.
Και κάτι τελευταίο: μη μένεις εκεί που γίνεσαι θολός, άτονος, γκρι. Εκεί που χαμηλώνεις για να χωρέσεις. Εκεί που απλώς αντέχεις. Πήγαινε εκεί που ακτινοβολείς. Εκεί που δε χρειάζεται να μικρύνεις για να αγαπηθείς.
