Ας το παραδεχτούμε. Το ξέρω εγώ, το ξέρεις κι εσύ. Δεν υπάρχει πιο παράλογη στιγμή από εκείνη που είσαι απολύτως, ολοκληρωτικά, υπαρξιακά κουρασμένος και παρ’ όλα αυτά λες: «Άλλο ένα μωρέ.» Άλλο ένα βίντεο. Άλλο ένα επεισόδιο. Άλλο ένα σκρολάρισμα που θα κρατήσει «πέντε λεπτά» και θα τελειώσει μαζί με την αξιοπρέπειά σου στις 03:45.

Δεν είσαι μόνος. Είμαστε πολλοί. Και είμαστε πτώματα που αρνούνται πεισματικά το κρεβάτι — ή μάλλον τη γλυκιά παράδοση στον Μορφέα. Το σώμα ζητάει ύπνο απελπισμένα. Εσύ, από την άλλη, ζητάς χρόνο. Το θέμα δεν είναι ότι δε νυστάζεις. Νυστάζεις. Και μάλιστα πάρα πολύ. Το θέμα είναι ότι ο ύπνος μοιάζει με τέλος μιας ακόμα μέρας. Και εσύ δεν είσαι έτοιμος να τελειώσει. Δεν έχεις χορτάσει.

Γιατί όλη η μέρα δε σου ανήκε. Είχε δουλειά, emails, deadlines, υποχρεώσεις, ανθρώπους που ήθελαν κάτι «γρήγορο», «κάτι απλό», «μισό λεπτό». Οπότε, όταν έρχεται η ώρα να κοιμηθείς, κάτι μέσα σου λέει: «Όχι ακόμα. Τώρα είναι η σειρά μου.» Ακόμα κι αν αυτό το «εμένα» σημαίνει να δεις ανθρώπους να οργανώνουν ντουλάπια, να αναλύουν ανεξήγητα φαινόμενα ή να μαθαίνεις πόσα είδη μυρμηγκιών υπάρχουν στον πλανήτη και σε τι διαφέρουν τα μαύρα από τα κόκκινα.

Υπάρχει όρος γι’ αυτό, φυσικά. Revenge bedtime procrastination. Με απλά λόγια: όταν η μέρα σου δε σου ανήκει, παίρνεις πίσω τη νύχτα σου. Δεν πας για ύπνο όχι επειδή είσαι χαλαρός, αλλά επειδή δε θέλεις να παραδώσεις τον έλεγχο. Ο ύπνος δεν είναι ξεκούραση εκείνη τη στιγμή. Είναι surrender. Και εσύ λες: «Θα παραδοθώ αύριο. Σήμερα θα δω ακόμα τρία reels.»

Δεν είναι θέμα πειθαρχίας. Είναι θέμα υπερφόρτωσης. Κανείς δε σαμποτάρει τον ύπνο του επειδή «δεν έχει χαρακτήρα». Το κάνει επειδή όλη μέρα κρατιέται. Υπομένει. Λειτουργεί. Ανταποκρίνεται. Συγκρατείται. Παίζει τον ρόλο του «κανονικού ανθρώπου». Το νευρικό σύστημα δεν κατεβάζει διακόπτη με ένα «καληνύχτα». Χρειάζεται σταδιακή μετάβαση. Κι εμείς, αντί για μετάβαση, του δίνουμε μπλε φως και Wi-Fi.

Και μετά ξεκινάει αυτός ο φαύλος κύκλος με επίκεντρο το ερώτημα: «Γιατί είμαι έτσι;» καφές (που αν μπορούσε να χορηγηθεί ενδοφλέβια, θα ήταν Θεού δώρο), νεύρα στο ταβάνι για πράγματα τύπου «αναπνέεις δυνατά», μνήμη χρυσόψαρου (δε θυμάσαι ούτε γιατί πήγες μέχρι την κουζίνα, ούτε γιατί κρατάς το τηλεκοντρόλ), η φράση «πρέπει να κοιμάμαι νωρίτερα», ειπωμένη πάντα πολύ αργά και σε repeat πιο συχνό κι από το Κωνσταντίνου και Ελένης. Είναι σαν να βάζεις φωτιά στο σπίτι και μετά να παραπονιέσαι ότι μυρίζει καπνό.

SPOILER ALERT: Δε χρειάζεσαι άλλη ρουτίνα ύπνου. Ούτε να ακούς πουλάκια να κελαηδούν και κύματα να λυσσομανούν. Δε θα σωθείς επειδή άφησες το κινητό εκτός κρεβατιού για δύο βράδια. Ούτε επειδή κατέβασες άλλη μία εφαρμογή που σου λέει πότε να αναπνεύσεις. Αν η μόνη ώρα που νιώθεις ελεύθερος είναι όταν όλοι κοιμούνται, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο ύπνος. Είναι ότι δε χωράς μέσα στη μέρα σου.

Χρειάζεσαι: λιγότερη απαίτηση, περισσότερο κενό, στιγμές που δεν αποδίδεις, δικαίωμα στο «δεν κάνω τίποτα», περισσότερο «είμαι κι εγώ εδώ». Ο ύπνος δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασική συντήρηση συστήματος. Και μια αλήθεια που οι περισσότεροι αποφεύγουμε: μερικές φορές δεν κοιμόμαστε γιατί φοβόμαστε τη σιωπή. Γιατί όταν κλείσουν όλα, μένουμε μόνοι με σκέψεις που αναβάλαμε όλη μέρα. Οπότε κρατάμε φως. Θόρυβο. Οθόνη. Μέχρι να μας πάρει ο ύπνος όχι από ξεκούραση, αλλά από εξάντληση.

Αν σαμποτάρεις τον ύπνο σου, δεν είσαι χαλασμένος. Είσαι κουρασμένος άνθρωπος σε έναν κόσμο που δε σταματά. Το burnout σου χτυπάει την πόρτα. Και ίσως το πιο ριζοσπαστικό πράγμα που μπορείς να κάνεις απόψε δεν είναι να αντέξεις λίγο ακόμα. Είναι να πεις: φτάνει.

Να κοιμηθείς. Όχι για να γίνεις πιο παραγωγικός αύριο. Αλλά γιατί δεν είσαι μηχάνημα. Και γιατί καμιά φορά, η πιο ήσυχη πράξη αντίστασης είναι απλώς να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τον κόσμο να περιμένει.

Μην είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου. Δε μένεις ξύπνιος για να ζήσεις περισσότερο. Μένεις ξύπνιος γιατί δεν έζησες αρκετά μέσα στη μέρα. Ο ύπνος, όμως, δεν πρέπει να είναι διαφυγή. Πρέπει να είναι επιστροφή.

Συντάκτης: Έλενα Τσάνου