Η εικόνα για το τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα στο Ιράν παραμένει θολή. Το καθεστώς έχει επιβάλει σχεδόν ολικό μπλακάουτ στην ενημέρωση και οι πληροφορίες φτάνουν στον υπόλοιπο κόσμο με το σταγονόμετρο, κυρίως μέσω οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι όμως, για λίγες ώρες μέσα στη νύχτα, ο πλανήτης έμοιαζε να κρατά την ανάσα του, παρακολουθώντας μια ασυνήθιστη κινητικότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν διαδικασίες απομάκρυνσης εκατοντάδων στρατιωτών από την αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, η βρετανική πρεσβεία στην Τεχεράνη έκλεισε, ενώ ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες ακύρωσαν πτήσεις προς το Ιράν. Το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έδωσε εντολή να κλείσει ο εναέριος χώρος της χώρας, κίνηση που από μόνη της αρκεί για να πυροδοτήσει σενάρια κλιμάκωσης.

Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο, δήλωνε πως έχει ενημερωθεί από «έγκυρες πηγές» ότι οι σκοτωμοί στο Ιράν έχουν σταματήσει και ότι η εκτέλεση του 26χρονου Ερφάν Σολτάνι δε θα πραγματοποιηθεί. Άφησε, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «θα παρακολουθούμε την κατάσταση και θα δούμε», μια φράση που, στην τραμπική διπλωματία, μόνο αθώα δε θεωρείται.

Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι αν τελικά αποφασίσει να επέμβει, οι επιλογές δεν είναι πολλές. Σύμφωνα με αξιωματούχο του Ναυτικού που μίλησε στη Wall Street Journal, μεγάλο μέρος του στρατιωτικού προσωπικού και του εξοπλισμού έχει μεταφερθεί στην Καραϊβική. Σε αντίθεση με τον πόλεμο των 12 ημερών που είχε εξαπολύσει το Ισραήλ κατά του Ιράν τον Ιούνιο, τότε που οι ΗΠΑ ήταν στρατιωτικά ενισχυμένες στην περιοχή, σήμερα τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Παρότι το Ιράν αποδείχθηκε ευάλωτο σε αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, κατάφερε να απαντήσει με βαλλιστικούς πυραύλους που εξάντλησαν τα αποθέματα αναχαιτιστικών του Ισραήλ.

Αργά τη νύχτα, νέες πληροφορίες έκαναν λόγο για εντολή μετακίνησης ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρων από τη Νότια Θάλασσα της Κίνας προς την περιοχή της CENTCOM, που περιλαμβάνει και τη Μέση Ανατολή. Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, απαιτεί σχεδόν μία εβδομάδα, χρόνο πολύτιμο σε ένα τόσο ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον.

Και εδώ ακριβώς γεννιέται το μεγάλο δίλημμα της Ουάσιγκτον. Το ερώτημα δεν είναι μόνο το πώς θα επέμβει, αλλά κυρίως το γιατί. Στόχος θα ήταν η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης; Η καταστροφή του κατασταλτικού του μηχανισμού; Ή η εξαναγκαστική υποχώρηση στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος; Από το 2016, ο Τραμπ έχει χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας στην αντίθεσή του στις αλλαγές καθεστώτων, ειδικά στη Μέση Ανατολή, γνωρίζοντας καλά πως το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα. Πρόκειται για ένα θεοκρατικό καθεστώς που έχει αντέξει μισό αιώνα αναταραχών και εξωτερικών πιέσεων, σε μια χώρα 92 εκατομμυρίων κατοίκων με βαθιές κοινωνικές, εθνοτικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες.

Οι κίνδυνοι μιας αλλαγής καθεστώτος χωρίς ξεκάθαρη εναλλακτική διακυβέρνηση, όπως έχει δείξει και το παρελθόν, είναι τεράστιοι. Γι’ αυτό και σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ, φέρονται να προειδοποίησαν τον Τραμπ να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση. Τα αραβικά κράτη φοβούνται ότι μια επίθεση στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά τη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ, το μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα για τον Περσικό Κόλπο, απ’ όπου διέρχεται σχεδόν το 20% των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό επίκεντρο να είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Ο Τζέι Ντι Βανς, από τους βασικούς εισηγητές της διπλωματικής οδού, έχει δηλώσει ότι «το πιο έξυπνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να μπουν σε πραγματικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα». Κάποιοι στην Ουάσιγκτον θεωρούν ότι ένα περιορισμένο στρατιωτικό χτύπημα θα έστελνε μήνυμα ισχύος, θα ενθάρρυνε τους διαδηλωτές και θα ανάγκαζε το καθεστώς να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Άλλοι, όμως, προειδοποιούν ότι, εφόσον η συνοχή του καθεστώτος δεν έχει κλονιστεί, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, συσπειρώνοντας τόσο την ηγεσία όσο και τη λαϊκή της βάση.

Η Τεχεράνη έχει ήδη απειλήσει με σκληρά αντίποινα σε περίπτωση επίθεσης. Ακόμη κι αν ο λεγόμενος «Άξονας της Αντίστασης» έχει αποδυναμωθεί από την πτώση του Άσαντ στη Συρία και την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, το Ιράν διατηρεί σημαντικά εργαλεία πίεσης: τους Χούθι στην Υεμένη και ένα αξιόλογο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων.

Ο Τραμπ συνηθίζει να χρησιμοποιεί τις διαδικτυακές απειλές ως μοχλό πίεσης, ακόμη και απέναντι σε αντιπάλους με τους οποίους τελικά επιδιώκει συμφωνία. Η στρατηγική του είναι επιθετική, συχνά ανορθόδοξη. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, έχει δεσμευτεί ότι θα σπεύσει σε βοήθεια και όλα δείχνουν πως οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί. Το πόσο μακριά θα φτάσει αυτή τη φορά, είναι ζήτημα ημερών να φανεί, σε μια συγκυρία όπου μοιάζει να μην τον φρενάρει τίποτα – ούτε γεωγραφικά σύνορα, ούτε παραδοσιακοί σύμμαχοι, ούτε παλιοί εχθροί.

 

Με πληροφορίες από CNN και ΕΘΝΟΣ.gr