Υπάρχει κάτι μαγικό -και τρομακτικό μαζί- στο να κλείνεις τα 30. Δεν αλλάζει κάτι μέσα σου από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν ξυπνάς με άλλη καρδιά, ούτε με λιγότερα όνειρα. Κι όμως, από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο κόσμος γύρω σου αποφασίζει ότι ο χρόνος σου τελείωσε. Ή τουλάχιστον ότι άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα απ’ όσο επιτρέπεται.

Ξαφνικά όλα αποκτούν επείγοντα χαρακτήρα.

«Τι θα κάνεις με τη δουλειά;»

«Θα σοβαρευτείς;»

«Πότε θα παντρευτείς;»

«Παιδιά; Δεν σκέφτεσαι;»

Και κάπου εκεί χωρίς να το καταλάβεις το ‘χρόνια πολλά’  μετατρέπεται σε υπενθύμιση deadline.

Υπάρχει ένα βίντεο που κυκλοφορεί τελευταία και λέει – χωρίς πολλά φίλτρα – αυτό που όλοι σκεφτόμαστε αλλά κανείς δεν παραδέχεται εύκολα: μετά τα 30, η κοινωνία δε σε ρωτά πως είσαι. Σε ρωτά πού βρίσκεσαι σε σχέση με το πλάνο. Ένα πλάνο που συνήθως δεν έφτιαξες εσύ. Γιατί όμως τόσο βιασύνη; Γιατί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι η ζωή είναι μια ευθεία γραμμή. Σπουδές, δουλειά, σχέση, γάμος, παιδιά. Κι αν καθυστερήσεις σε έναν σταθμό, θεωρείται ότι έκανες κάτι λάθος. Όχι ότι το έζησες. Όχι ότι το δοκίμασες. Όχι ότι άλλαξες γνώμη.

Στην ελληνική οικογένεια αυτό αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Παράδειγμα κλασικό: Κυριακάτικο Τραπέζι. Πατάτες στο φούρνο, σαλάτα που κανείς δε φάει και η θεία απέναντι να σε κοιτάει με εκείνο το βλέμμα που δεν είναι κακία – είναι κοινωνική αγωνία.

«Εσύ τι κάνεις;»

«Καλά.»

«Καλά-καλά ή…;»

«Καλά.»

«Σχέση έχεις;»

Κι αν απαντήσεις όχι, πέφτει μια σιωπή. Όχι βαριά. Αμήχανη. Σαν να είπες ότι ξέχασες να πληρώσεις τη ΔΕΗ. Κάποιος θα πετάξει το «έλα μωρέ, ακόμα νέος/ νέα είσαι »αλλά με τόνο που σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η βιασύνη δεν έρχεται από κακία. Έρχεται από φόβο. Από την ιδέα ότι αν δεν προλάβεις, θα μείνεις πίσω. Ότι υπάρχει ένα αόρατο ρολόι που χτυπάει πιο δυνατά μετά τα 30. Ότι αν δεν στριμώξεις τη ζωή σου σε συγκεκριμένο καλούπι, κάτι θα χαθεί για πάντα.

Μόνο που κανείς δε σου λέει τι ακριβώς. Στην πραγματικότητα αυτό που χάνεται δεν είναι ο χρόνος. Είναι η ανοχή. Μετά τα 30, δεν επιτρέπεται πια να μην ξέρεις. Δε χωράει το μπέρδεμα. Δεν είναι ρομαντικό να ψάχνεσαι. Είναι ύποπτο.

Κι όμως, αν είμαστε ειλικρινείς, τα 30 δεν είναι η αρχή της καθόδου. Είναι η πρώτη φορά που δεν καταλαβαίνεις τι θες. Κι αυτό για πολλούς είναι τρομακτικό από το να μην ξέρεις τι θες. Η κοινωνία βιάζεται γιατί δεν αντέχει την αβεβαιότητα. Θέλει απαντήσεις, ετικέτες, χρονοδιαγράμματα. Θέλει να μπορεί να σε τοποθετήσει κάπου για να νιώσει ασφαλής. Κι αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνει εκείνη για σένα.

Αλλά η ζωή δε λειτουργεί με reminders. Δεν υπάρχει σωστό timing που να ισχύει για όλους. Δεν υπάρχει ηλικία που ‘πρέπει’ να έχεις καταφέρει κάτι συγκεκριμένο για να αξίζεις. Υπάρχει μόνο το σημείο στο οποίο βρίσκεσαι – κι αυτό αλλάζει. Ίσως, λοιπόν δε σου λένε να βιαστείς επειδή αργείς. Ίσως σου λένε να βιαστείς επειδή εκείνοι δεν τόλμησαν να καθυστερήσουν. Και ίσως το πιο ώριμο πράγμα που μπορείς να κάνεις στα 30 δεν είναι να τρέξεις, αλλά να σταθείς. Να κοιτάξεις γύρω σου και να πεις: «Δε χρωστάω τη ζωή μου σε κανένα χρονοδιάγραμμα». Γιατί αν κάτι αξίζει πραγματικά, δεν το προλαβαίνεις. Το ζεις

Και κάπου εδώ έρχεται και η ενοχή. Γιατί όσο κι αν προσπαθείς να μείνεις πιστός στον ρυθμό σου, αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν όντως καθυστερείς. Αν μήπως όλοι οι άλλοι ξέρουν κάτι που εσύ αγνοείς. Αν το πρόβλημα δεν είναι το σύστημα αλλά εσύ.

Η αλήθεια όμως είναι πιο απλή και πιο άβολη: δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να ζήσεις. Υπάρχουν μόνο επιλογές και συνέπειες, κύκλοι που κλείνουν και άλλοι που ανοίγουν αργότερα απ’ όσο περιμένεις. Κανείς δεν σου λέει πόσοι άνθρωποι έκαναν όλα σωστά και παρ’ όλα αυτά νιώθουν εγκλωβισμένοι. Ούτε πόσοι ξεκινήσαν από το μηδέν στα 35 ή στα 40 και για πρώτη φορά ένιωσαν ήρεμοι.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο μετά τα 30 δεν είναι να προλάβεις. Είναι να αντέξεις να ζήσεις χωρίς να απολογείσαι για τον χρόνο σου.

Συντάκτης: Νεφέλη Μπάκα