Όταν κάποια στιγμή στα 25 μου άκουσα ένα κοντινό συγγενικό μου πρόσωπο να μου λέει «εντάξει, αυτόν ξέρεις όμως, πού να ξεκινάς πάλι από την αρχή με άλλον», κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα να μπουν όρια παντού. Τα όρια δεν είναι πολυτέλεια ούτε ιδιοτροπία. Είναι ένας από τους βασικότερους τρόπους με τους οποίους ένας άνθρωπος προστατεύει τον εαυτό του, την ψυχική του υγεία και την αξιοπρέπειά του. Κι όμως, όταν μια γυναίκα τολμά να θέσει όρια, πολύ συχνά βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν χαρακτηρισμό που κουβαλά δεκαετίες κοινωνικής προκατάληψης: «έλα μωρέ, είναι υπερβολική».
Η λέξη αυτή είναι ένας εύκολος τρόπος να ακυρωθεί ένα συναίσθημα χωρίς να χρειαστεί να εξεταστεί και πολύ. Και πολλές φορές, πίσω από αυτόν τον χαρακτηρισμό, κρύβεται μια πολύ συγκεκριμένη συμπεριφορά: το gaslighting.
Το gaslighting είναι μια μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης κατά την οποία κάποιος προσπαθεί να κάνει τον άλλον να αμφισβητήσει τη δική του αντίληψη για την πραγματικότητα. Δεν γίνεται πάντα με φωνές ή επιθετικότητα. Συνήθως γίνεται μέσα από φράσεις που μοιάζουν αθώες. «Δεν έγινε έτσι όπως το θυμάσαι». «Είσαι πολύ ευαίσθητη». «Τα παίρνεις όλα προσωπικά». «Πάλι υπερβάλλεις». Κάθε τέτοια φράση λειτουργεί σαν μια μικρή ρωγμή στην αυτοπεποίθηση. Και όταν αυτές οι ρωγμές επαναλαμβάνονται, αρχίζουν να δημιουργούν ένα επικίνδυνο μοτίβο: η γυναίκα παύει να εμπιστεύεται το ένστικτό της.
Οι γυναίκες κοινωνικοποιούνται από πολύ νωρίς να είναι βολικές. Να μην δημιουργούν εντάσεις. Να καταπίνουν θυμό. Να δικαιολογούν συμπεριφορές. Να φροντίζουν τους άλλους, ακόμη κι όταν οι ίδιες εξαντλούνται. Έτσι, όταν κάποια στιγμή αισθανθούν ότι κάτι τις πληγώνει και αποφασίσουν να το εκφράσουν, συχνά νιώθουν ήδη ενοχές πριν καν μιλήσουν. Και τότε έρχεται η ταμπέλα της υπερβολικής να επιβεβαιώσει τον φόβο τους.
Το πιο ύπουλο κομμάτι του gaslighting είναι ότι δεν μοιάζει πάντα με κακοποίηση. Μπορεί να μοιάζει με παρεξήγηση ή χιούμορ. Μπορεί να ειπωθεί με ήρεμο τόνο, με χαμόγελο, ακόμη και με δήθεν ενδιαφέρον. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, δημιουργεί μια συναισθηματική σύγχυση. Η γυναίκα αρχίζει να αναρωτιέται αν όντως παρεξηγεί τα πράγματα. Αν όντως είναι αυτή η δύσκολη. Αν όντως ζητά πολλά. Και σε αυτό το σημείο, τα όρια αρχίζουν να θολώνουν.
Τα όρια όμως είναι ξεκάθαρα. Είναι η στιγμή που λες «ξέρεις κάτι; αυτό με πληγώνει». Είναι η απόφαση να απομακρυνθείς από μια συμπεριφορά που σε μειώνει. Είναι η επιλογή να μην ανεχτείς κάτι μόνο και μόνο για να αποφύγεις μια σύγκρουση. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές γυναίκες έχουν μάθει να συνδέουν τα όρια με την απόρριψη. Φοβούνται ότι αν πουν όχι, θα χάσουν τη σχέση, την αποδοχή, την αγάπη. Κι έτσι, συχνά αντέχουν καταστάσεις που τις φθείρουν, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι είναι λογικές και συνεργάσιμες.
Η κοινωνία έχει χτίσει ένα αντιφατικό αφήγημα γύρω από τη γυναικεία συμπεριφορά. Από τη μία, περιμένει από τις γυναίκες να έχουν αυτοπεποίθηση και να σέβονται τον εαυτό τους. Από την άλλη, όταν αυτό εκφράζεται μέσα από όρια, χαρακτηρίζεται ως υπερβολή ή δραματοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια συμπεριφορά αξιολογείται διαφορετικά ανάλογα με το φύλο. Ένας άντρας που θέτει όρια συχνά χαρακτηρίζεται δυναμικός ή ξεκάθαρος. Μια γυναίκα μπορεί να χαρακτηριστεί δύσκολη ή υστερική. Αυτή η διπλή στάθμιση δεν είναι απλώς άδικη. Είναι ριζωμένη σε κοινωνικά στερεότυπα που θέλουν τις γυναίκες να είναι συναισθηματικά διαθέσιμες, ανεκτικές και προσαρμοστικές.
Το gaslighting εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτά τα στερεότυπα. Όταν μια γυναίκα αμφισβητείται επανειλημμένα για το πώς νιώθει, αρχίζει να αυτολογοκρίνεται. Σταματά να εκφράζει παράπονα. Υποβαθμίζει τον θυμό της. Προσπαθεί να μην το κάνει θέμα. Και έτσι, χάνει σταδιακά την επαφή με τις δικές της ανάγκες. Ένα από τα πιο επικίνδυνα σημάδια είναι όταν μια γυναίκα αρχίζει να απολογείται για τα συναισθήματά της. Όχι για τη συμπεριφορά της, αλλά για το ίδιο το γεγονός ότι ένιωσε κάτι. Όταν λέει «συγγνώμη που στεναχωρήθηκα». «Συγγνώμη που θύμωσα». Εκεί, τα όρια έχουν ήδη τραυματιστεί.
Η αλήθεια είναι ότι τα συναισθήματα δεν χρειάζονται απολογία. Μπορεί να χρειάζεται να ελέγξουμε τον τρόπο που τα εκφράζουμε, αλλά όχι το δικαίωμα να τα έχουμε. Το να θέτεις όρια δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις τους άλλους. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Σημαίνει ότι λες «υπάρχω κι εγώ μέσα σε αυτή τη σχέση». Και αυτό δεν είναι εγωισμός. Είναι αυτοσεβασμός.
Υπάρχει ένας επίσης λόγος που πολλές γυναίκες δυσκολεύονται να αντισταθούν στο gaslighting: είναι η ανάγκη για συναισθηματική ασφάλεια. Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να πιστεύεις ότι δεν θα σε πληγώσει σκόπιμα. Έτσι, είναι πιο εύκολο να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου παρά να αποδεχτείς ότι ο άλλος μπορεί να σε χειραγωγεί ή να μην σέβεται τα όριά σου.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε διαφωνία είναι gaslighting. Οι σχέσεις περιλαμβάνουν παρεξηγήσεις, διαφορετικές οπτικές, έντονες συζητήσεις. Η διαφορά βρίσκεται στη συστηματικότητα και στην πρόθεση. Όταν κάποιος επαναλαμβανόμενα ακυρώνει τα συναισθήματά σου, μεταθέτει την ευθύνη σε εσένα και σε κάνει να νιώθεις ότι η αντίδρασή σου είναι το πρόβλημα, τότε δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία.
Το να αναγνωρίσει μια γυναίκα ότι βιώνει gaslighting είναι συχνά επώδυνο, γιατί συνεπάγεται ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσει μια σχέση, μια δυναμική, ίσως ακόμη και την εικόνα που είχε για τον άλλον άνθρωπο. Όμως είναι και κάπως απελευθερωτικό. Γιατί της επιτρέπει να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Τα όρια δεν μπαίνουν για να τιμωρήσουν τους άλλους. Μπαίνουν για να προστατεύσουν εμάς. Και κάθε φορά που μια γυναίκα επιλέγει να τα υπερασπιστεί, δεν είναι υπερβολική. Είναι γενναία.
Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο δεν καταστρέφεται μόνο η σχέση με τον άλλον. Διαβρώνεται η σχέση με τον εαυτό σου. Σε κάνει να αμφισβητείς τη διαίσθησή σου, τη μνήμη σου, το δικαίωμά σου να νιώθεις. Και όταν χαθεί αυτή η εμπιστοσύνη, η φθορά είναι βαθιά. Γι’ αυτό η αποκατάσταση ξεκινά από κάτι φαινομενικά απλό αλλά ουσιαστικό: να επιτρέψεις στον εαυτό σου να πιστέψει αυτό που νιώθει. Να σταματήσεις να ψάχνεις αποδείξεις ότι δεν είσαι υπερβολική. Να αποδεχτείς ότι το συναίσθημά σου είναι αρκετός λόγος για να θέσεις ένα όριο.
Οι γυναίκες δεν βαφτίζονται υπερβολικές επειδή νιώθουν έντονα. Βαφτίζονται υπερβολικές επειδή τολμούν να μιλήσουν για αυτά που νιώθουν. Και σε έναν κόσμο που έχει μάθει να τις θέλει ήσυχες, το να υψώνουν φωνή μοιάζει με υπερβολή. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι απλώς μια πράξη αυτοσεβασμού. Τα όρια δεν είναι το τέλος μιας σχέσης. Είναι συχνά η μόνη της ευκαιρία να γίνει υγιής. Και κάθε γυναίκα αξίζει σχέσεις όπου δεν χρειάζεται να αλλάξει τον εαυτό της για να αρέσει.
