Γράφει η Φ. Χωρίς Ωμέγα.

Χρονολογία 2006 και, ούσα φοιτήτρια πλέον, ζούσα τη φοιτητική μου ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Ατελείωτα ξενύχτια με την παρέα αγκαζέ, sleepovers στα φοιτητικόσπιτα με αλκοόλ και junk food, γέλια μέχρι το πρωί και σουσού αξέχαστο. Μέσα σε όλα αυτά, νεανικοί έρωτες, φευγαλέοι και ανώριμοι, που έσπαγαν τη ρουτίνα της παρέας και έβαζαν το δικό τους αλατοπίπερο σε όλη αυτή την εμπειρία. Από τα καλύτερα και πιο διδακτικά χρόνια της ζωής μου, θα έλεγα σήμερα. Ο χρόνος και οι μέρες περνούσαν έτσι, με ενδιάμεσες στάσεις στο πανεπιστήμιο και έπειτα μπροστά η μέρα μεγάλη και το βράδυ ακόμα μεγαλύτερο για κραιπάλες μέχρι το πρωί.

Ένα απόγευμα του Μαρτίου του 2006, όμως, λαμβάνω ένα τηλεφώνημα από τη νονά μου, λέγοντάς μου πως θέλει να βρεθούμε για καφέ, καθώς είχε καιρό να με δει και, επί της ευκαιρίας, να μου γνωρίσει και ένα παιδί που πίστευε πως θα μου άρεσε. Ξίνισα τα μούτρα μου κατευθείαν, λες και με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Προξενιό θέλεις να μου κάνεις; Είναι δυνατόν;» Απάντησα ενστικτωδώς αρνητικά, μη ξέροντας εκείνη τη στιγμή πως το Σύμπαν δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Το μάθημα «Μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου» είχε μπει ήδη σε εφαρμογή, απλώς ακόμα εγώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου.

Οι μέρες συνέχισαν να περνάνε, ώσπου ένα βαρετό απόγευμα βρέθηκα στο λεωφορείο να πηγαίνω, εν τέλει, στη νονά μου για τον περιβόητο καφέ. Μόνο που αποφάσισα να κάνω μια ξαφνική επίσκεψη στο μαγαζί με τα παπούτσια που δούλευε, ώστε να μην της άφηνα το περιθώριο να προγραμματίσει τίποτα περίεργο. Έτσι και έγινε. Εκείνο το απόγευμα, όμως, δεν ήταν μόνη της – σας είπα για το Σύμπαν – αλλά μαζί με ακόμα μια κοπέλα, τη Μ, που δούλευαν παρέα.

Η συνάντηση έγινε με γέλια, αγκαλιές και αλληλοπειράγματα. Ξαφνικά τα βλέμματα άλλαξαν, οι ματιές έγιναν πιο πονηρές μεταξύ τους και η βόμβα έπεσε. Η Μ άρχισε να μου μιλάει για το αγόρι που έβγαινε, τον Ν, πως περνούσε υπέροχα μαζί του και, το πιο σημαντικό, ότι έχει και έναν μικρότερο αδερφό, τον Μ, που είναι όμορφος, έξυπνος και με χιούμορ. Τα λόγια της ήταν: «Αξίζει να δώσεις μια ευκαιρία να τον γνωρίσεις, θα σου αρέσει πολύ και θα κάνουμε παρέα όλοι μαζί».

«Μην γίνεσαι προκατειλημμένη», μου έλεγαν. «Μια γνωριμία θα είναι απλώς». Πες, πες, πες, άρχισα να μαλακώνω και να σκέφτομαι πως τι πειράζει να κάνω μια γνωριμία· τζάμπα είναι, απλώς θα χάσω τον χρόνο μου αν δεν μου αρέσει. Άρχισα να ρωτάω πώς θα τον γνωρίσω, εφόσον δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να φανεί πως είναι επιτηδευμένο, γιατί ντρεπόμουν απεριόριστα. Δεν μου άρεσε η ιδέα του στημένου, καθώς με κόμπλαρε· ένιωθα λες και θα περνούσα από άτυπο casting.

Το σχέδιο, όμως, ήταν καλά οργανωμένο. Θα έκλειναν το μαγαζί και θα πηγαίναμε όλες μαζί εκείνο το βράδυ στο βενζινάδικο που είχαν τα δυο αδέρφια, ώστε η Μ να αφήσει κάποια πράγματα στο αγόρι της και, επί της ευκαιρίας, θα πίναμε μια μπύρα εκεί όλοι μαζί.

Ξεκινήσαμε λοιπόν και δεν θα ξεχάσω την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι να φτάσουμε. Κατέβηκα τελευταία και καταϊδρωμένη. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και τα βλέμματα ήταν έντονα και αμήχανα. «Από εδώ ο Μ», μου είπαν με μια φωνή τα κορίτσια. Όμορφος, ψηλός, με πράσινα μάτια και μια αξύριστη γλυκιά φάτσα. Πού να ήξερα τότε πως το αγγελικό αυτό πρόσωπο έκρυβε δαίμονα από πίσω του.

Η βραδιά κύλησε όμορφα και τα επόμενα βήματα έγιναν πολύ γρήγορα. Πήρε τον αριθμό μου και το ίδιο βράδυ άρχισαν οι μεταμεσονύκτιες συζητήσεις. Ατελείωτα μηνύματα και κλήσεις μέχρι να κλείσουμε το πρώτο μας ραντεβού. Δεν πίστευα στην καλή μου τύχη. Ο τέλειος γκόμενος. Γελούσα, περνούσα υπέροχα, λάμβανα δώρα και προσοχή. Υποστηρικτικός με τις υποχρεώσεις μου στο πανεπιστήμιο, ό,τι ήθελα το είχα πριν το ζητήσω, τέλειο σεξ. Βίωνα έρωτα, καθώς όλο αυτό άρχιζε να προχωράει πολύ γρήγορα. Ήδη στους δύο μήνες αρχίσαμε να κοιμόμαστε μαζί σχεδόν κάθε βράδυ. Σπίτι μου, σπίτι του, στη δουλειά του… Ήμασταν συνέχεια και παντού μαζί. Αν υπήρχε σεξοκοντέρ, το είχαμε τερματίσει.

Όλο αυτό το παραμύθι, όμως, άρχισε να εμφανίζει τους πρώτους δράκους μετά το πρώτο εξάμηνο. Ο Μ άρχισε να γίνεται οξύθυμος, απαιτητικός, εμμονικός με όποιον με πλησίαζε. Οι απαιτήσεις του άρχισαν να μην βγάζουν κανένα νόημα στα αυτιά μου. Απαγόρευε τις εξόδους με την παρέα μου, ήθελε να απαντάω αμέσως στα τηλεφωνήματά του ή στα μηνύματα που μου έστελνε όλη μέρα. Εάν δεν προλάβαινα, φώναζε, θύμωνε, δεν μου μιλούσε για ώρες, αφού απαιτούσε να πηγαίνω στη δουλειά του και να κάθομαι μαζί του ώρες ατελείωτες.

Ο Μ ήταν ναρκισσιστικός, οξύθυμος, βαθιά καταθλιπτικός. Τότε δεν ήξερα αυτές τις λέξεις. Είχα μόνο σκηνές, φωνές που μετατράπηκαν σε βρισιές. Ο καιρός περνούσε και η κατάσταση ξέφευγε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Στον θυμό του, πάνω, δε δίσταζε να εκσφενδονίζει ό,τι έβρισκε μπροστά του: καρέκλες, τασάκια, ποτήρια. Τον κοιτούσα με τρόμο κάθε φορά μέχρι να εκτονωθεί και κάθε φορά καταλήγαμε στα ίδια: «Συγγνώμη, μωρό μου, δεν το ήθελα, πίστεψέ με, δε θέλω να σε βλέπω να κλαις». Και εγώ τον πίστευα, τον λυπόμουν λόγω του βεβαρυμμένου του παρελθόντος, έχοντας χάσει τον πατέρα του με βίαιο τρόπο. Πάντα η ίδια δικαιολογία, πάντα η ίδια οπισθοχώρηση. Όμως δεν αργούσε το επόμενο ξέσπασμα, όταν κάτι δεν του «κολλούσε».

Ένα βράδυ, για ανούσιο, όπως πάντα, λόγο, σε μια έκρηξη ζήλιας, άνοιξε τα συρτάρια μου, πετώντας τα ρούχα μου, τα εσώρουχά μου, έξω από το σπίτι του. Ήταν τόσο αφηνιασμένος που αναγκάστηκα να κρυφτώ στην ταράτσα της πολυκατοικίας, ώστε να ηρεμήσει για δύο ώρες. Και όταν κατέβηκα στο σπίτι, η ίδια ιστορία. Κλάματα, αγκαλιές, συγγνώμη και τα γνωστά «δεν ξέρω τι μου γίνεται, φταίω μωρό μου, φταίω». Και εγώ έμενα. Γιατί πίστευα ότι η αγάπη είναι να αντέχεις. Τόσο μακριά είχα αρχίσει να απομακρύνομαι από τον εαυτό μου και, παρ’ όλα αυτά, δεν έφευγα.

Η ζήλια του, με τον καιρό, με απομόνωσε από όλες μου τις παρέες. Κανένας δεν τον ήθελε, κανέναν δεν άντεχε δίπλα μου. Μόνο με όσους επιθυμούσε αυτός· με τους δικούς μου υπήρχε πάντα μια έξυπνη δικαιολογία για να ακυρωθεί ό,τι είχα προγραμματίσει. Σιγά-σιγά, λοιπόν, και χωρίς να το καταλάβω, γιατί πάντα υπήρχαν οι στιγμές-αναλαμπές ενδιάμεσα καλού σεξ, γέλιου και όλα αυτά που θα με κρατούσαν κοιμισμένη στο λήθαργο για περισσότερο καιρό, αποκόπηκα από φίλους. Κάθε ένσταση που ξεστόμιζα παρουσιαζόταν ως απόδειξη ότι «δεν τον αγαπάω αρκετά». Κάθε αντίστασή μου ως προδοσία. Και εγώ έτσι έμαθα σταδιακά να σωπαίνω.

Έφτασα στην πενταετία, πάνω από 22 ετών πλέον, να δεχτώ να αρραβωνιαστώ μαζί του από φόβο και όχι από χαρά. Οι απειλές ήταν έμμεσες αλλά σταθερές: «Αν δεν το κάνεις, σημαίνει ότι δεν με αγαπάς». Το έκανα σαν να παρακολουθούσα κάποια άλλη. Δεν μιλούσα σε κανέναν για όσα βίωνα, από ντροπή, από φόβο, από παραίτηση. Είχε εκείνον τον τρόπο να εναλλάσσει τον παράδεισο με την κόλαση με τεράστια μαεστρία. Στο μεταξύ, άρχισε το σώμα μου να μιλάει· έχανα βάρος σαν τρελή, έχανα και μένα μέρα με τη μέρα. Δεν ζούσα, περιφερόμουν. Οι δικοί μου πλέον άρχισαν να καταλαβαίνουν, αλλά συνέχιζα να βρίσκω δικαιολογίες, να τον καλύπτω, νομίζοντας ότι καλύπτω τις επιλογές μου.

Ο αρραβώνας κράτησε οκτώ ακόμα πιο εφιαλτικούς μήνες. Νοικιάσαμε το δικό μας σπίτι – εφιάλτη –, αγοράσαμε έπιπλα· εξωτερικά όλα έδειχναν σωστά. Μέσα μου όμως υπήρχε μόνιμος φόβος. Γύριζε από τη δουλειά πάντα νευριασμένος και η υποτίμησή του έβγαινε σε καθημερινή βάση. Μαγείρευα, έμπαινε στο σπίτι και μου έλεγε «τι μ@λ@κίες έκανες πάλι;». Ένα βράδυ δεν άντεξα από την εξάντληση και πέταξα την κατσαρόλα στα σκουπίδια. Και ο πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει. Βρισιές, φωνές, ένας δαιμονισμένος άνθρωπος.

Από τον φόβο μου πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και έφυγα σε κατάσταση υστερίας. Έστειλα μήνυμα, για πρώτη φορά, στον αδερφό μου ότι δεν αντέχω και ότι φεύγω και δεν ξέρω πού θα πάω, αρκεί να ηρεμήσω, αρκεί να αναπνεύσω. «Πάρε με τηλέφωνο τώρα», μου έστελνε ο αδερφός μου, καθώς δεν σήκωνα τα τηλέφωνα. Από ντροπή· τι να έλεγα και τι να εξηγούσα παραπάνω; Ένιωθα ειλικρινά ότι χάνω το μυαλό μου. Ενημερώθηκε και ο πατέρας μου. Με έπαιρνε κι αυτός, μου έστελνε «πάρε με, αγάπη μου, ένα τηλέφωνο, είμαι εδώ εγώ». Έστελνε ταυτόχρονα και ο Μ από το σπίτι «Σ’ αγαπάω, γύρισε σπίτι, σε παρακαλώ, θα κάνω κακό στον εαυτό μου». Και εγώ ούρλιαζα μέσα στο αυτοκίνητο. Η ψυχή μου έλεγε φύγε να σωθείς τώρα και το μυαλό μου ένιωθε τύψεις και ενοχές που ξεσήκωσα τόσο κόσμο.

Γύρισα. Όχι γιατί ήθελα, αλλά γιατί δεν είχα ακόμα το κουράγιο να φύγω οριστικά. Έκλαιγε στα πόδια μου και εγώ ήμουν παγωμένη. Από εκείνη την ημέρα άρχισα για πρώτη φορά να κάνω υπομονή συνειδητή, μόνο και μόνο για να οργανώσω τη φυγή μου. Δεν κοιμόμουν, σιδέρωνα μέχρι τις τρεις το πρωί για να με πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Δεν άντεχα λεπτό να ξαπλώνω δίπλα του.

Λίγες μέρες μετά έφυγε στην Αθήνα για δουλειά. Όταν γύρισε δύο μέρες μετά, δεν με ενημέρωσε καν και όταν τόλμησα να τον πάρω εγώ να ρωτήσω πού είναι, με έβρισε, κλείνοντάς μου το τηλέφωνο. Όταν ήρθε επιτέλους σπίτι, ήξερα τι θα επακολουθούσε και ήμουν έτοιμη να το αντιμετωπίσω με ό,τι μου είχε απομείνει από δυνάμεις ψυχικές και σωματικές.

Η ένταση, σαφώς, ξεκίνησε από τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα του σπιτιού. Μπήκε σαν τον ταύρο, βρίζοντάς με ότι τον ελέγχω, ότι αυτό το δικαίωμα το έχει μόνο αυτός, ότι θα κάνει ό,τι του γουστάρει και να μην παίρνουν τα μυαλά μου αέρα. Εκεί έσπασα εντελώς κάθε κομμάτι μέσα μου που υπέμενε· τον έβρισα με ό,τι λέξη υπάρχει και δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο, αυτόν και όλη του την τοξική οικογένεια, του πέταξα τη βέρα μέσα στα μούτρα και του φώναξα με όση φωνή είχα ΤΕΛΟΣ.

Η οργή του ήταν τέτοια που, με δύναμη, με έσπρωξε προς τα πίσω. Για καλή μου τύχη, χτύπησα με το πόδι στο τραπέζι του σαλονιού και έσκασα στον καναπέ και όχι στο καλοριφέρ. Αυτόματα, ο εαυτός μου φάνηκε τόσο δυνατός που πήδηξα από τον καναπέ προς την έξοδο. Η οικοδομή είχε ακούσει τα πάντα και γι’ αυτό δεν έτρεξε από πίσω μου.

Πήρα τον πατέρα μου και, μέσα στα κλάματα, του είπα ότι επιτέλους έφυγα. Μου είπε μόνο: «Οδήγα, σε παρακαλώ, προσεκτικά και εμείς εδώ, με τη μαμά σου, σε περιμένουμε».

Δεν σήκωσα ποτέ ξανά τηλέφωνα του Μ.

Χρειάστηκε χρόνος, ψυχοθεραπεία και στήριξη από την οικογένειά μου. Άρχισα να κοιμάμαι, να τρώω, να γελάω ξανά, να επιστρέφω στο σώμα μου. Στάθηκα ξανά στα πόδια μου.

Μετά από λίγους μήνες με θυμήθηκε πάλι. Άρχισε να μου αφήνει λουλούδια στο αυτοκίνητό μου, σημειώματα και τηλέφωνα από άγνωστα νούμερα. Ήρθε κάτω από το σπίτι που νοίκιαζα, λέγοντάς μου ότι δεν θα φύγει αν δεν μιλήσουμε. Ενημέρωσα τη φίλη που έμενε από κάτω να βγει στο μπαλκόνι και κατέβηκα. Όχι από αγάπη, αλλά από βαθιά ανάγκη να κλείσει επιτέλους αυτός ο κύκλος.

Μπήκα στο αυτοκίνητό του, ζήτησε συγγνώμη 15 φορές, έκλαψε, είπε τα ίδια όπως κάθε φορά. Αυτήν τη φορά, όμως, τον κοίταξα και δεν ένιωθα τίποτα απολύτως. Του είπα την αλήθεια: ότι είναι άρρωστος, ότι το βλέπω πλέον καθαρά και ότι δεν με αφορά πια. Οι ευκαιρίες έλαβαν τέλος και ότι, αν όντως με αγάπησε ποτέ, τώρα πρέπει να με αφήσει.

Έφυγα. Και αυτήν τη φορά, έφυγα για πάντα.

Και θέλω, κλείνοντας, να σας πω κάτι. Δεν βγήκα από αυτή τη σχέση επειδή ήμουν δυνατή. Βγήκα γιατί κάποια στιγμή ο φόβος του να μείνω έγινε μεγαλύτερος από τον φόβο του να φύγω. Και αυτό, για μένα, ήταν η αρχή της ζωής μου.

 

Συντάκτης: Guest Pillowfighter