Κάποιες φορές δεν φεύγεις επειδή ο άλλος δεν ήταν σωστός. Φεύγεις επειδή δεν ήξερες τι να κάνεις με τόση καθαρή αγάπη.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή σου σχεδόν αθόρυβα και παρ’ όλα αυτά αφήνουν πίσω τους κάτι που δεν ξεχνιέται εύκολα. Δεν έγιναν ποτέ σχέση, δεν έγιναν ποτέ «οι άνθρωποί σου», δεν πρόλαβαν καν να γίνουν κανονικό κεφάλαιο στην ιστορία σου. Κι όμως, με έναν περίεργο τρόπο, τους θυμάσαι για χρόνια.
Δεν είναι οι μεγάλοι έρωτες που σε πλήγωσαν.
Δεν είναι εκείνοι που σε διέλυσαν.
Είναι εκείνοι που σου φέρθηκαν όμορφα… κι όμως εσύ δεν μπόρεσες να τους αγαπήσεις.
Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που τα έκαναν όλα σωστά. Από την πρώτη στιγμή υπήρχε μια ευγένεια στον τρόπο που σε πλησίαζε. Μια προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες που δεν συναντάς συχνά. Σε κοιτούσε όταν μιλούσες και είχε αυτό το πραγματικό ενδιαφέρον να σε ακούσει, θυμόταν πράγματα που είχες πει σχεδόν τυχαία και είχε έναν τρόπο να σε αγκαλιάζει που σε έκανε να νιώθεις ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω σας.
Ήταν ο άνθρωπος που θα έλεγες χωρίς δεύτερη σκέψη ότι αξίζει. Ο άνθρωπος που θα σύστηνες περήφανα στους φίλους σου, εκείνος που σε έκανε να νιώθεις άνετα μαζί του. Ο άνθρωπος που κάποιος άλλος θα αγαπούσε εύκολα, ίσως και βαθιά. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς να σε μπέρδευε ακόμη περισσότερο.
Γιατί εδώ που τα λέμε εσύ δεν μπόρεσες.
Όχι επειδή έκανε κάτι λάθος. Ακριβώς το αντίθετο. Όσο πιο σωστά φερόταν, τόσο πιο παράξενα ένιωθες μέσα σου. Υπήρχε μια ζεστασιά δίπλα του, μια ηρεμία που κανονικά θα έπρεπε να σε κάνει να αφεθείς. Αντί γι’ αυτό όμως, ένιωθες μια τρελή αμηχανία, σαν να βρίσκεσαι σε ένα σπίτι όμορφο και ζεστό, αλλά να ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι δεν είναι το δικό σου. Σαν να ερχόσουν πρώτη φορά αντιμέτωπος με έναν άνθρωπο που σε θέλει πραγματικά.
Και προσπαθείς να το εξηγήσεις στον εαυτό σου. Γιατί είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι κάποιος μπορεί να είναι σχεδόν τέλειος για σένα… και παρ’ όλα αυτά η καρδιά σου να μένει κλειστή.
Πώς γίνεται να τα κάνει όλα σωστά;
Πώς γίνεται να σε θέλει τόσο καθαρά;
Πώς γίνεται να σε κοιτάει σαν να μην χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα;
Ίσως γιατί αυτή η μορφή αγάπης δεν μοιάζει με εκείνες που έχεις συνηθίσει. Δεν έχει παιχνίδια, δεν έχει αποστάσεις, δεν έχει εκείνο το γνώριμο μπρος-πίσω που σε κρατάει σε ένταση. Δεν σε βάζει να κυνηγήσεις τίποτα. Απλώς σε διαλέγει.
Και αυτό, καμιά φορά, είναι πιο τρομακτικό από οτιδήποτε άλλο.
Γιατί ίσως μέσα σου έχεις μάθει ότι η αγάπη πρέπει να είναι δύσκολη. Ότι πρέπει να σε μπερδεύει λίγο, να σε δοκιμάζει, να σε κάνει να την κυνηγάς. Όταν εμφανίζεται κάποιος που απλώς σε θέλει χωρίς δράματα, χωρίς παιχνίδια, δεν ξέρεις πού να σταθείς.
Κι έτσι προσπαθείς. Προσπαθείς γιατί βλέπεις ότι είναι καλός άνθρωπος. Προσπαθείς γιατί οι κινήσεις του σε κάνουν να χαμογελάς με έναν τρόπο σχεδόν παιδικό. Υπάρχουν στιγμές που σε κοιτάζει και νιώθεις ότι κάτι μέσα σου ζεσταίνεται πραγματικά.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Μια φωνή μέσα σου που λέει ότι δεν μπορείς να μπεις εκεί που σε περιμένει.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το θέλεις πραγματικά, το χαλάς.
Όχι από κακία. Όχι από αδιαφορία. Αλλά από εκείνη την περίεργη αμηχανία που γεννιέται όταν κάποιος σου δείχνει περισσότερη αγάπη απ’ όση ξέρεις πώς να δεχτείς. Απλά δεν μπορείς..
Αρχίζει να γίνεται λίγο παράξενο. Δεν ξέρεις πια πώς να φερθείς. Εκείνος συνεχίζει να σου δείχνει τρυφερότητα, να σε αγκαλιάζει με μια άνεση που σε κάνει να νιώθεις ξεχωριστός. Κι εσύ, αντί να χαλαρώνεις, αρχίζεις να μπερδεύεσαι όλο και περισσότερο.
Μέχρι που έρχεται η στιγμή που πρέπει να το πεις.
Μαζεύεις όσο κουράγιο σου έχει απομείνει και ψελλίζεις τη φράση που πάντα ακούγεται άδικη:
«Συγγνώμη… αλλά δεν μπορώ.»
Και δεν υπάρχει τρόπος να το πεις σωστά. Γιατί πώς εξηγείς σε κάποιον ότι δεν έφταιξε σε τίποτα; Πώς λες σε έναν άνθρωπο που σου φέρθηκε όμορφα ότι απλώς δεν μπορείς να μείνεις; Πως μπορείς να μειώσεις τον πόνο που ένιωσες επειδή τον πρόσταξες να φύγει;
Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται.
Και κάπου εκεί, αυτή η γνωριμία μένει μετέωρη. Δεν έγινε ιστορία αγάπης, αλλά δεν έγινε ποτέ και απλή ανάμνηση.
Χρόνια μετά μπορεί να μην θυμάσαι ακριβώς τι λέγατε. Μπορεί να μην θυμάσαι καν πότε ακριβώς συνέβη. Αλλά θα θυμάσαι τις κινήσεις του. Τον τρόπο που σε κρατούσε από τον ώμο όταν περπατούσατε μαζί. Την άνεση με την οποία σε είχε δίπλα του, χωρίς να ντρέπεται ποτέ γι’ αυτό.
Και κάποιες φορές, σε άσχετες στιγμές της ζωής σου, αυτή η ανάμνηση θα επιστρέφει για λίγο. Όχι με πόνο, αλλά με μια περίεργη τρυφερότητα.
Θα σκέφτεσαι απλώς ότι ήταν ένας άνθρωπος που σε αγάπησε καθαρά. Και ότι εσύ, για λόγους που ίσως ούτε τώρα μπορείς να εξηγήσεις, δεν μπόρεσες να μπεις σε εκείνη την αγάπη.
Και τότε θα χαμογελάς λίγο με τον εαυτό σου και θα παραδέχεσαι σιωπηλά την αλήθεια.
Ήταν πραγματικά ένας υπέροχος άνθρωπος.
Απλώς… δεν ήθελες να γίνει δικός σου.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
