Το «θα πάθω κρίση πανικού» δεν είναι απλά μια ατάκα. Δεν είναι ένα δραματικό σχήμα λόγου για να δώσεις ένταση σε μια στιγμή άγχους και έμφαση στο τραπέζι. Είναι μια φράση που κουβαλάει βάρος — και πολλές φορές, πόνο που δε φαίνεται.

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που το άγχος έχει γίνει καθημερινότητα. Τρέχουμε, πιεζόμαστε, δεν προλαβαίνουμε, δεν αντέχουμε. Και κάπου εκεί, μέσα σε μια κουβέντα, πετάγεται εύκολα το «θα πάθω κρίση πανικού». Για το parking που δεν βρίσκουμε στο κέντρο, για τη δουλειά που δεν βγαίνει, για μια καθυστέρηση, για τη ζωή που τρέχει σαν τον Usain Bolt και δεν προλαβαίνουμε να πιούμε έναν ζεστό καφέ. Και ναι, το λέμε έτσι, ελαφριά. Σχεδόν αυθόρμητα, σαν να είναι μια υπερβολή της στιγμής. Μόνο που δεν είναι.

Η κρίση πανικού δεν είναι αυτό. Δεν είναι «αγχώθηκα λίγο παραπάνω», δεν είναι «μου ανέβηκε η πίεση», δεν είναι «είμαι στα όριά μου σήμερα». Η κρίση πανικού είναι εκείνη η στιγμή που το σώμα σου σε προδίδει, είναι όταν κάθεσαι — χωρίς προειδοποίηση — και ξαφνικά νιώθεις ότι δεν μπορείς να αναπνεύσεις, ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι μέσα σου καταρρέει. Ψάχνεις αέρα, κυριολεκτικά. Κοιτάς γύρω σου να βρεις κάτι να κρατηθείς και ναι, φτάνεις στο σημείο να ρουφάς μια σακούλα σαν να είναι το τελευταίο πράγμα που σε συνδέει με τη γη. Και το πιο ειρωνικό; Απ’ έξω μπορεί να φαίνεσαι μια χαρά. Το έχω περάσει. Και αν το έχεις περάσει κι εσύ, ξέρεις: δε χρειάζονται πολλές λέξεις. Το σώμα θυμάται, δεν ξεχνάει.

Είναι εκείνη η στιγμή που λες «πεθαίνω». Και το πιστεύεις, όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά, με όλο σου το είναι. Και μετά; Μετά σηκώνεσαι, πατάς στα πόδια σου και συνεχίζεις. Πας στη δουλειά, μιλάς κανονικά, χαμογελάς, σαν να μην ήταν μόλις πριν από λίγο η στιγμή που όλη σου η ζωή πέρασε από μπροστά σου. Γιατί ποιος να καταλάβει;

Όταν  η ίδια φράση — «θα πάθω κρίση πανικού» — λέγεται για το πιο απλό πράγμα της ημέρας, κάτι μέσα σου σφίγγεται. Όχι γιατί θες να το παίξεις ανώτερος, αλλά γιατί ξέρεις πόσο ΔΕΝ είναι αυτό. Δεν είναι το ίδιο να πιέζεσαι, δεν είναι το ίδιο να κουράζεσαι, δεν είναι το ίδιο να έχεις μια δύσκολη μέρα. Και δεν είναι διαγωνισμός πόνου. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του, αλλά οι λέξεις έχουν δύναμη. Και όταν μια τόσο βαριά λέξη γίνεται ατάκα, κάπου χάνεται η ουσία της. Χάνεται η κατανόηση και μαζί της, χάνονται και οι άνθρωποι που όντως το ζουν.

Γιατί αυτοί οι άνθρωποι — και ίσως είσαι κι εσύ ένας από αυτούς — πολλές φορές δε μιλάνε, δεν εξηγούν, δεν κάνουν φασαρία. Απλά μαθαίνουν να ζουν με κάτι που τους πιάνει στον ύπνο. Κι έτσι, ο κόσμος συνεχίζει να λέει «θα πάθω κρίση πανικού» για τα πάντα και αυτοί που πραγματικά το παθαίνουν, μένουν να το αντιμετωπίζουν σιωπηλά.

Δε σημαίνει φυσικά ότι δεν έχεις άγχος. Το άγχος σου είναι πραγματικό, η πίεσή σου είναι αληθινή. Αλλά υπάρχει δαιδαλώδης διαφορά ανάμεσα στο να είσαι πιεσμένος και στο να βιώνεις μια κρίση πανικού.

Οπότε ναι, όταν κάποιος που δεν το έχει βιώσει το χρησιμοποιεί τόσο εύκολα, κάτι χάνεται. Όχι από κακία, αλλά από άγνοια. Γιατί όταν λες «θα πάθω κρίση πανικού» για κάτι μικρό, είναι σαν να μικραίνεις κάτι πολύ μεγάλο για κάποιον άλλον.

Το θέμα δεν είναι να κόψουμε τη φράση. Είναι να καταλάβουμε τι σημαίνει. Γιατί άλλο να τρέχεις και να λες «δεν προλαβαίνω, θα σκάσω» κι άλλο να κάθεσαι και να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν πεθαίνει. Και ίσως, αν αρχίσουμε να δίνουμε λίγο περισσότερο βάρος στις λέξεις μας, να αρχίσουμε να δίνουμε και λίγο περισσότερο χώρο στους ανθρώπους γύρω μας. Για να μην χρειάζεται κανείς να αποδείξει πόσο δύσκολο είναι αυτό που περνάει. Για να μην χρειάζεται κανείς να εξηγεί τι σημαίνει πραγματικά «κρίση πανικού», γιατί κάποιοι δεν το λένε απλά. Το ζουν.

Κι αν το έχεις περάσει, ξέρεις ακριβώς για ποια διαφορά μιλάω. Αν δεν το έχεις περάσει, εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ να καταλάβεις. Αλλά πες μου κάτι, ειλικρινά: Την επόμενη φορά που θα σου βγει αυθόρμητα το «θα πάθω κρίση πανικού» θα το πεις το ίδιο εύκολα;

Συντάκτης: Έλενα Τσάνου