Υπάρχει ένα σημείο σε κάποιες σχέσεις όπου αρχίζεις να νιώθεις μια περίεργη εξάντληση. Όχι απαραίτητα επειδή έγινε κάτι μεγάλο ή δραματικό. Αλλά επειδή, σιγά σιγά, αντιλαμβάνεσαι ότι η σχέση αυτή δεν είναι ισορροπημένη. Ότι δεν μιλάς μόνο με έναν άνθρωπο, μιλάς με όλα τα άλυτα κομμάτια του. Με τους φόβους του. Με τις ανασφάλειές του. Με τις πληγές που δεν έχει κοιτάξει ποτέ κατάματα. Και κάπου εκεί αρχίζει η κούραση.

Γιατί όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να στηρίξουμε κάποιον που περνά δύσκολα, υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη συμπόνια και στη συναισθηματική εξάντληση. Και όταν ένας άνθρωπος δεν έχει δουλέψει τα τραύματά του, συχνά – και τις περισσότερες φορές – χωρίς να το θέλει – τα μεταφέρει στις σχέσεις του. Και όχι ως ιστορίες, αλλά ως συμπεριφορές.

Ξαφνικά, μια μικρή καθυστέρηση απάντησης γίνεται απόρριψη. Μια συζήτηση γίνεται επίθεση. Μια διαφωνία γίνεται απειλή εγκατάλειψης. Και αντί να επικοινωνείτε για το παρόν, βρίσκεστε να διαχειρίζεστε συναισθήματα που δημιουργήθηκαν πολύ πριν εμφανιστείτε εσείς στη ζωή του άλλου. Αυτό είναι που κουράζει. Όχι επειδή δεν υπάρχει κατανόηση. Αλλά επειδή υπάρχει ένα σημείο όπου καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να θεραπεύσεις κάτι που δεν είναι δικό σου.

Και όμως, πολλοί άνθρωποι πέφτουν σε αυτή την παγίδα. Στην ιδέα ότι αν αγαπήσουν αρκετά, αν δείξουν υπομονή, αν εξηγήσουν, αν μείνουν – ίσως ο άλλος αλλάξει. Ίσως νιώσει ασφαλής. Ίσως θεραπευτεί. Δε λέμε η πρόθεση είναι όμορφη, η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σκληρή.

Κανείς δεν θεραπεύεται επειδή τον αγαπούν! Θεραπεύεται επειδή επιλέγει να δει τον εαυτό του. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, το αποτέλεσμα είναι σχέσεις που μοιάζουν περισσότερο με συναισθηματικά πεδία μάχης παρά με χώρους ηρεμίας. Γιατί τα άλυτα τραύματα έχουν έναν περίεργο τρόπο να εμφανίζονται. Δημιουργούν αμυντικότητα εκεί που θα μπορούσε να υπάρξει εμπιστοσύνη. Δημιουργούν ζήλια εκεί που θα μπορούσε να υπάρξει ασφάλεια. Δημιουργούν απόσταση εκεί που θα μπορούσε να υπάρξει οικειότητα.

Και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι από όλα αυτά συχνά προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Προσπαθεί να είναι πιο υπομονετικός. Πιο υποστηρικτικός. Πιο κατανοητικός. Μέχρι που και ο ίδιος συνειδητοποιεί ότι όλη αυτή η προσπάθεια έχει ένα κόστος. Γιατί το να βρίσκεσαι δίπλα σε κάποιον που δεν έχει αντιμετωπίσει τα τραύματά του σημαίνει ότι πολλές φορές καλείσαι να παίξεις ρόλους που δεν σου ανήκουν. Γίνεσαι ψυχολόγος, διαμεσολαβητής, συναισθηματικό στήριγμα. Και όσο περισσότερο το κάνεις, τόσο λιγότερος χώρος μένει για εσένα.

Αρχίζεις να φιλτράρεις τα λόγια σου για να μην πυροδοτήσεις αντιδράσεις. Να σκέφτεσαι δύο φορές πριν εκφράσεις κάτι. Να αποφεύγεις συζητήσεις που ξέρεις ότι θα εξελιχθούν σε καταιγίδα. Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: η σχέση αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από την ευθραυστότητα του ενός, ενώ ο άλλος γίνεται όλο και πιο αόρατος.

Και αυτή είναι η στιγμή που η κούραση μετατρέπεται σε συνειδητοποίηση. Ότι δεν είναι δίκαιο να κουβαλάς τα τραύματα κάποιου άλλου. Όχι επειδή δεν υπάρχει αγάπη. Αλλά επειδή η αγάπη δεν είναι θεραπευτικό πρόγραμμα. Οι άνθρωποι που δεν έχουν αντιμετωπίσει τα τραύματά τους συχνά δεν το κάνουν από κακή πρόθεση. Πολλές φορές δεν έχουν μάθει πώς να το κάνουν. Ίσως μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα όπου τα συναισθήματα δεν συζητιούνταν. Ίσως έμαθαν να επιβιώνουν, όχι να επεξεργάζονται.

Αλλά το γεγονός ότι κάτι είναι κατανοητό δεν σημαίνει ότι είναι και βιώσιμο για κάποιον άλλον. Γιατί οι υγιείς σχέσεις δεν χτίζονται πάνω σε σωτηρίες. Χτίζονται πάνω σε ευθύνη. Στην ευθύνη να αναγνωρίζεις τι κουβαλάς. Να μην το μετατρέπεις σε όπλο. Να μην το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία για να πληγώνεις τους ανθρώπους γύρω σου. Και όταν δύο άνθρωποι έχουν αυτή τη συνείδηση, τότε η σχέση δεν γίνεται χώρος σύγκρουσης – γίνεται χώρος εξέλιξης.

Η αλήθεια είναι ότι όλοι κουβαλάμε κάτι. Μικρά ή μεγάλα τραύματα, εμπειρίες που μας έχουν διαμορφώσει. Κανείς δεν μπαίνει σε μια σχέση εντελώς «καθαρός». Η διαφορά όμως, βρίσκεται σε κάτι πολύ απλό: στην πρόθεση. Στην πρόθεση να κοιτάξεις μέσα σου αντί να ζητάς από τους άλλους να σε διορθώσουν. Να αναλάβεις την ευθύνη των συναισθημάτων σου αντί να τα φορτώνεις σε όποιον βρίσκεται πιο κοντά. Γιατί όταν ένας άνθρωπος δουλεύει τον εαυτό του, οι σχέσεις του δεν γίνονται πιο τέλειες. Γίνονται όμως πιο ειλικρινείς. Πιο ήρεμες. Πιο ασφαλείς.

Και ίσως αυτό είναι τελικά που αναζητούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Όχι κάποιον χωρίς τραύματα. Αλλά κάποιον που έχει το θάρρος να τα αντιμετωπίσει.

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη