Τασούλα μου,
Κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα και ακούω μέσα μου το «κατέβα κάτω», γελάω και δακρύζω ταυτόχρονα. Θυμάμαι τις ώρες που περνούσαμε μαζί ενώ οι δικοί μου δούλευαν, τη μαγική σου ποδιά που χωρούσε τα πάντα, τη σόμπα σου που πάντα κάτι σιγομαγείρευε, τα λουλουδάτα σου φορέματα, εσένα που με άφηνες να λερώνομαι, να παίζω, να φτιάχνω ζυμάρια και ποτέ, ποτέ, δεν με μάλωνες. Ήσουν το καταφύγιό μου, το μέρος που μπορούσα να είμαι εγώ χωρίς φόβο.
Θυμάμαι το σπίτι μας πάνω-κάτω, τις μυρωδιές από τις τηγανιτές πατατούλες και τα αυγά σου, τα πιάτα που έτρωγα ακόμα και όταν παραπονιόμουν για τα φαγητά που παχαίνουν — κι όμως τα λάτρευα. Θυμάμαι τις μέρες που μαγειρεύαμε μαζί: σπανακόπιτες, αλεύρι παντού, χέρια γεμάτα ζύμη, ψώνια στην αγορά παρέα και τις φίλες σου να λένε «πάλι με την κολλητούλα σου είσαι», και τον ελληνικό καφέ που δεξιοτεχνικά γύριζες για να νου πεις τα μελλούμενα — κι εγώ γελούσα κάθε φορά που με κορόιδευες. Μέσα από όλα αυτά, μου έμαθες να αγαπώ τη μαγειρική, να φροντίζω για τους άλλους, να βρίσκω χαρά στα μικρά πράγματα.
Και δεν ξεχνάω ποτέ τη δική σου πλευρά: η γιαγιά-κουκουβάγια, όπως έλεγες, η πιο έξυπνη, καλή και όμορφη εγγονή του κόσμου όλου. Κάθε φορά που σου ρύθμιζα ένα τηλεκοντρόλ ή σου έβρισκα λύση σε κάτι με κοίταζες λες και ανακάλυψα τη φωτιά , στα μάτια σου αυτό έκανα.
Τώρα που είμαι μαμά και ο γιος μου σε γνώρισε, αχ και πως την θυμάμαι εκείνη την μέρα φόρεσες τα καλά σου να τον υποδεχτείς για πρώτη φορά , βλέπω το ίδιο φως στα μάτια σου και ξέρω ότι τον λάτρεψες όπως εμένα. Η αγάπη σου ζει μέσα μας στον βασιλικό που φύτεψες, στον χυμό που μου έστυβες, στις μνήμες από τα φαγητά, τις αγκαλιές, τα γέλια μας.
Δεν σου είπα ποτέ αρκετά πόσο τυχερή ένιωθα που σε είχα. Αν μπορούσα να σου πω κάτι τώρα, θα ήταν απλό: ευχαριστώ. Ευχαριστώ που ήσουν η γιαγιά που όλοι ονειρεύονται. Η αγάπη σου ήταν ο κόσμος μου, κι ακόμα και τώρα, με κάθε μυρωδιά, κάθε γεύση, κάθε στιγμή, νιώθω ότι με κρατάς σφιχτά στην καρδιά σου. Ήμουν και θα είμαι πάντα το πιο τυχερό παιδί του κόσμου που σε είχε. Ο βασιλικός σου λοιπόν στην αυλή μας είναι πια η σιωπηλή φωνή σου που μου λέει: «Σε βλέπω, σε προσέχω, είσαι ασφαλής»
Όσο και αν μεγαλώνω μέσα μου κουβαλάω το σπίτι της γιαγιάς.
Αν έχεις τη γιαγιά σου ακόμα , πάρε ένα τηλέφωνο , πέρνα μια βόλτα και ας τρέχεις γιατί με εσένα τρέχει και ο χρόνος και οι ανεκτίμητες αυτές στιγμές δεν γυρνούν πίσω αλλά είναι χρυσός.
Αφιερωμένο σε όλες τις γιαγιάδες που ήταν εκεί, που αγκάλιασαν, παρηγόρησαν, κανάκεψαν και έγιναν δεύτερες μαμάδες. Αφιερωμένο στην Τασούλα μου.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
