Οι τοίχοι δε χτίζονται πάντα απ’ έξω.
Συχνά αρχίζουν μέσα σου,
σιγά,
χωρίς θόρυβο.
Στην αρχή τους λες προστασία.
Έπειτα όριο.
Και κάποια στιγμή
σταματάς να θυμάσαι
πότε τους σήκωσες.
Οι άλλοι βλέπουν επιφάνειες.
Εσύ ξέρεις τα περάσματα
που δεν άφησες ποτέ ανοιχτά.
Κι εκεί,
ανάμεσα σε όσα δεν ειπώθηκαν,
αρχίζουν οι φωνές.
Δε φωνάζουν.
Επιμένουν.
Σου θυμίζουν τι δεν τόλμησες,
τι ανέβαλες,
τι έκρυψες ακόμη κι από σένα.
Μην τις πολεμάς όλες.
Μερικές δε θέλουν να σε βλάψουν
θέλουν να ακουστούν.
Αλλά πρόσεξε,
αν τις αφήσεις να αποφασίζουν,
οι τοίχοι ψηλώνουν.
Κι ύστερα δυσκολεύεσαι
να ξεχωρίσεις
αν σε κρατούν ασφαλή
ή αν σε κρατούν μόνο.
Οι τοίχοι δεν πέφτουν με δύναμη.
Ραγίζουν
όταν αρχίζεις
να αντέχεις να δεις.
Και τότε,
οι φωνές αλλάζουν.
Δε ζητούν πια απαντήσεις.
Ζητούν χώρο.
Κι αυτό
αν το αντέξεις
είναι η αρχή.
