Υπάρχει στην ελληνική γλώσσα μια λέξη, ένα ρήμα που σε μια στιγμή μπορεί να αποκτήσει τόσο ουσιαστικό νόημα που έτσι, με ένα ανοιγόκλειμμα των ματιών, να γίνει μια πράξη αγάπης πριν το «τέλος»… Η λέξη αυτή είναι το «τακτοποιώ»… Σκεφτείτε την και ψιθυρίστε την για ένα λεπτό και θα καταλάβετε τι εννοώ. Υπάρχει λοιπόν φίλοι μου μια στιγμή στη ζωή, όχι ίσως απαραίτητα δραματική, αλλά σιωπηλή, όπου ο άνθρωπος αρχίζει να κοιτάζει τα πράγματά του αλλιώς. Όχι σαν αντικείμενα που τον εξυπηρετούν, αλλά σαν ίχνη. Μικρές αποδείξεις ότι έζησε, αγάπησε, κράτησε ή φοβήθηκε να αποχωριστεί.

Και κάπου εκεί γεννιέται μια σκέψη : «Τι θα γίνουν άραγε όλα αυτά όταν φύγω;»
Αυτή ακριβώς η σκέψη βρίσκεται στον πυρήνα μιας πρακτικής που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση: το Swedish Death Cleaning ή αλλιώς dostadning. Μια έννοια που προέρχεται από τη Σουηδία και περιγράφει τη συνειδητή διαδικασία τακτοποίησης και αποσυμφόρησης του σπιτιού καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει, με στόχο να μην αφήσει πίσω του ένα «βάρος» για τους δικούς του. Ίσως αν το σκεφτείτε να ακούγεται σκληρό στην πρώτη ανάγνωση. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο τρυφερό. Δεν είναι απλώς decluttering αλλά μια υπαρξιακή πράξη. Εξάλλου οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν κρατούν πράγματα τυχαία και τα αντικείμενα όμως ποτέ δεν είναι ουδέτερα. Φέρουν συναισθηματική αξία, μνήμες, κομμάτια ταυτότητας. Για παράδειγμα ένα παλιό ρούχο μπορεί να συνδέεται με μια εποχή που ένιωθες διαφορετικά ή ένα συρτάρι γεμάτο χαρτιά μπορεί να είναι η απόδειξη μιας ζωής γεμάτης προσπάθεια.

Η ψυχολογία μιλά για το φαινόμενο της «συναισθηματικής προσκόλλησης στα αντικείμενα». Σύμφωνα με έρευνες στον τομέα της καταναλωτικής και περιβαλλοντικής ψυχολογίας, οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούν τα αντικείμενα ως προέκταση του εαυτού τους. Δεν είναι απλώς «πράγματα», είναι ιστορίες. Και ίσως γι΄αυτό το να αφήσει κάποιος τα «πράγματά» του είναι τόσο δύσκολο. Γιατί κάθε αντικείμενο που αποχωρίζεται κουβαλάει ένα μικρό πένθος.
Το Swedish Death Cleaning δεν έρχεται να πει «πέτα τα όλα». Δεν είναι δηλαδή μια ψυχρή αποστειρωμένη διαδικασία μινιμαλισμού. Αντιθέτως είναι μια ήπια μετάβαση. Μια εσωτερική μετακίνηση από τη συσσώρευση προς την αποδοχή.

Σκεφτείτε πως ο άνθρωπος καθώς μεγαλώνει, έρχεται αντιμέτωπος είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα με την θνητότητά του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα φόβο -ίσως λίγο- αλλά συχνά σημαίνει αναθεώρηση. Προτεραιότητες που αλλάζουν και ανάγκη για απλότητα. Έρευνες στην αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνουν ότι σε μεγαλύτερες ηλικίες οι άνθρωποι στρέφονται περισσότερο προς την εσωτερική ικανοποίηση και λιγότερο προς την εξωτερική απόκτηση. Δεν τους ενδιαφέρει πια τόσο το «περισσότερο» αλλά το «ουσιαστικό». Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το να αδειάζεις το σπίτι σου αποκτά άλλη διάσταση. Δεν είναι δηλαδή απώλεια αλλά ένα ξεκαθάρισμα θα μπορούσε κάποιος να το περιγράψει καλύτερα.

Ένα από τα δυνατά στοιχεία αυτής της πρακτικής είναι η πρόθεση που υπάρχει όμως πίσω από αυτήν. Οι άνθρωποι που την εφαρμόζουν δεν το κάνουν μόνο για τον εαυτό τους, το κάνουν και για τους άλλους ως μια πράξη φροντίδας προς αυτούς. Όσοι έχουν βιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου τους ανθρώπου γνωρίζουν πολύ καλά πόσο δύσκολη και επίπονη μπορεί να είναι η διαδικασία της «εκκαθάρισης» μετά. Τα αντικείμενα μετατρέπονται ξαφνικά σε φορτίο και κάθε τι που πρέπει να «εκκαθαριστεί» κουβαλάει συναίσθημα, ενοχή και αναμνήσεις.

Το Swedish Death Cleaning έρχεται λοιπόν να απαλύνει αυτή ακριβώς την διαδικασία. Είναι σα να λες: «Θα φροντίσω εγώ αυτό το κομμάτι, για να μην χρειαστεί να το κουβαλήσεις εσύ». Και αυτή είναι σίγουρα μια βαθιά πράξη αγάπης. Αν με ρωτήσετε αν αυτή η διαδικασία είναι απλή… θα απαντούσα πως δεν είναι καθόλου εύκολη. Δεν είναι καθόλου εύκολη γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν είναι τόσο πρακτικά, αλλά υπαρξιακά. Όπως : «Τι κρατάω;», «Τι αφήνω;» ή «Τι έχει πραγματική αξία;». Και κάπου εκεί αρχίζει ένας εσωτερικός διάλογος με το μέσα σου. Κρατάς πράγματα από φόβο ή από νόημα; Από συνήθεια ή από αγάπη;

Η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση συχνά μιλάει για την σημασία του «αποχωρισμού» ως μέρος της ωρίμανσης και όχι μόνο από ανθρώπους αλλά και από ρόλους, ιδέες ή εκδοχές του εαυτού. Το Swedish Death Cleaning λοιπόν, με έναν περίεργο τρόπο, λειτουργεί σαν πρακτική άσκηση πάνω σε αυτό. Μαθαίνεις εν τέλει να αφήνεις.

Αν και η πρακτική αυτή συνδέεται κυρίως με μεγαλύτερες ηλικίες, το μήνυμα της αφορά όλους τους ανθρώπους. Γιατί η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς ζούμε μέσα σε μια υπέρ φόρτωση. Αντικείμενα, πληροφορίες, υποχρεώσεις, «πρέπει». Το σπίτι γίνεται ο καθρέφτης αυτής της εσωτερικής κατάστασης. Και ίσως αν το σκεφτείς καλύτερα και πιο ώριμα το να αρχίσεις να ξεκαθαρίζεις τα πράγματά σου να είναι στην ουσία, ένας τρόπος να ξεκαθαρίσεις κάτι μέσα σου. Όχι με δραματισμό, ούτε με πίεση αλλά με επίγνωση. Στο τέλος λοιπόν αυτής της διαδικασίας, δεν μένει ένα άδειο σπίτι αλλά ένας χώρος πιο ελαφρύς, πιο ήσυχος και πιο αληθινός. Μένουν τα πράγματα που έχουν πραγματική σημασία και όχι επειδή «πρέπει» να τα κρατήσεις, αλλά επειδή τα επέλεξες συνειδητά. Και ίσως, το πιο σημαντικό, μένει μια διαφορετική σχέση με το «τέλος». Όχι ως κάτι που πρέπει να αποφύγεις αλλά ως κάτι που μπορείς να προετοιμάσεις με αξιοπρέπεια, φροντίδα και επίγνωση.

Το Swedish Death Cleaning δεν είναι λοιπόν μια πρακτική που αφορά τον θάνατο αλλά μια πρακτική που σε φέρνει πιο κοντά στη ζωή. Γιατί όταν αρχίζεις να αφήνεις ό,τι περιττό, καταλαβαίνεις πιο καθαρά τι αξίζει να κρατήσεις. Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό μάθημα: Δεν είμαστε τα πράγματά μας αλλά είμαστε όσα επιλέγουμε να κρατήσουμε μέσα μας.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη