Υπάρχει κάτι σπάνιο στο να βλέπεις έναν άνθρωπο της ελληνικής τηλεόρασης να μιλάει τόσο ωμά για τον εαυτό του, χωρίς εκείνη τη γνωστή άμυνα του «εντάξει, κάνουμε ό,τι μπορούμε». Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης το πήγε αλλού και απέδειξε γιατί είναι αυτός που είναι, και κάνει την επιτυχία που κάνει, τόσα χρόνια.
Σε συνέντευξή του στο vidcast Johnny@TheMovies, περιέγραψε την εμπειρία του να σκηνοθετεί τον εαυτό του ως «καταστροφή». Και δεν έμεινε εκεί. Μίλησε για στιγμές που βρίζει τον εαυτό του στο σετ, που τον αποκαλεί “ατάλαντο”, που χάνει την υπομονή του γιατί δεν αποδίδει όπως θα ήθελε. Δεν υπάρχει ωραιοποίηση σε αυτό. Υπάρχει μια ωμή ειλικρίνεια που σχεδόν σε φέρνει σε αμηχανία.
«Όταν με σκηνοθετώ είναι καταστροφή. Εκνευρίζομαι. ”Μίλα ατάλαντε, άντε δεν μπορείς να μιλήσεις. Cut”. Βρίζω πάρα πολύ τον εαυτό μου. Αυτό έχει να κάνει και με το τι μπάλα παίζεις. Δεν είναι ένα, είναι ένα άθροισμα διαφορετικών στοιχείων που υπάρχουν. Μπορείς να γράψεις κάτι που είναι δυνατό και ακραίο, οι σκηνές μου με τη Στεφανία Γουλιώτη. Εκεί, επειδή έχω γράψει το σενάριο, μπορώ πιο εύκολα να κινηθώ»
Ο Παπακαλιάτης είναι από εκείνες τις φιγούρες που έχουν δεχτεί — διαχρονικά — έντονη κριτική για τις υποκριτικές τους ικανότητες. Είναι κάτι που έχει ειπωθεί, ξαναειπωθεί και γίνει σχεδόν “γραμμή” γύρω από το όνομά του. Το εύκολο θα ήταν να το αγνοήσει. Να το προσπεράσει. Να χτίσει μια πιο “ασφαλή” δημόσια εικόνα. Αντί γι’ αυτό, το παίρνει και το γυρίζει πάνω του κι αγγίζει ευθέως αυτό που του έχουν χρεώσει κατά καιρούς. Και το κάνει πριν το κάνει κάποιος άλλος για εκείνον, ουσιαστικά ελέγχοντας την κατάσταση. Είναι μια μορφή αυτοτρολαρίσματος που, αντί να τον μικραίνει, τον κάνει πιο ενδιαφέρων.
Ταυτόχρονα, περιγράφει κάτι που βγάζει νόημα για όποιον έχει βρεθεί έστω και λίγο κοντά σε ένα γύρισμα. Δε βρίσκεται εκεί μόνο ως ηθοποιός. Είναι σεναριογράφος, σκηνοθέτης, άνθρωπος που πρέπει να λύσει δεκάδες ζητήματα ταυτόχρονα. Από τεχνικά μέχρι δημιουργικά. Η προσοχή του διασπάται, η ενέργεια μοιράζεται, και κάπου μέσα σε όλο αυτό, η υποκριτική περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όχι επειδή δε τον ενδιαφέρει, αλλά επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Αυτό έχει και παράπλευρες συνέπειες. Όπως παραδέχεται, δυσκολεύονται και οι ηθοποιοί που παίζουν μαζί του. Δεν έχουν απέναντί τους έναν “καθαρό” συμπρωταγωνιστή, αλλά έναν άνθρωπο που την ίδια στιγμή παίζει και σκηνοθετεί. Που σκέφτεται το πλάνο, το φως, τον ρυθμό της σκηνής. Που δεν είναι πλήρως μέσα στον ρόλο. Και αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη ένταση στο σετ.
«Όταν είμαι εγώ μόνος μου, εγώ σε σχέση με τη μουσική, δυσκολεύομαι. Αλλά δυσκολεύομαι, επειδή χάνω πολλές φορές την μπάλα από τις πολλές υποχρεώσεις που έχω. Είναι τόσες πολλές οι υποχρεώσεις που έχω, τόσα πολλά τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι, όταν κάνω το γύρισμα. Αυτό είναι εγκληματικό. Οπότε, μοιραία το υποκριτικό κομμάτι μπαίνει σε δεύτερη και τρίτη θέση. Επίσης, περνάει πολύ δύσκολα ο ηθοποιός που παίζει μαζί μου. Είναι πολύ δύσκολο γιατί την ώρα που παίζει, εγώ παράλληλα τον σκηνοθετώ. Δεν είμαι ο ήρωας, δεν είμαι ο ρόλος».
Τελικά, το να μπορείς να γελάς — έστω και λίγο πικρά — με αυτό που σου έχουν καταλογίσει, δείχνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από το να προσπαθείς να το διαψεύσεις. Δείχνει ότι το έχεις ήδη επεξεργαστεί. Ότι δε σε ορίζει. Και πως ίσως το γεγονός ότι ξέρεις πώς να κάνεις ατού τα μειονεκτήματά σοτυ, είναι κι ο λόγος που είσαι τόσο ξεκάθαρα πετυχημένος σε αυτό που κάνεις.