Η ηθοποιός Ελένη Καστάνη, παραχωρώντας μια αποκαλυπτική συνέντευξη στο περιοδικό «Λοιπόν», μας εξέπληξε -όχι και τόσο ευχάριστα- με τις δηλώσεις της και τις σκέψεις της που αφορούσαν τη σύντροφο του γιου της, αλλά και τις ανησυχίες που είχε πριν τη γνωρίσει. Το απόσπασμα αυτής της συνέντευξης προβλήθηκε σήμερα, 15 Απριλίου, στην εκπομπή της Σταματίνας Τσιμτσιλή «Happy Day», όπου και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως.
Η γνωστή ηθοποιός ανέφερε χαρακτηριστικά πως πριν τη γνωρίσει είχε κάποιες επιφυλάξεις, κυρίως λόγω της εξωτερικής εμφάνισης -συγκεκριμένα, όπως είπε, δεν της αρέσουν «οι κοπέλες με τα τεράστια νύχια». Στη συνέχεια όμως, περιγράφοντας τη γνωριμία τους, εξήγησε ότι ηρέμησε και άλλαξε γνώμη, καθώς είδε πως πρόκειται για μια κοπέλα «ψηλή, αδύνατη, όμορφη, με τέλειο σώμα», που είχε ασχοληθεί με τον στίβο και ευτυχώς ήταν ένα «καλό κορίτσι» και μάλιστα είχε σπουδάσει «γεωπόνος».
Με μια πρώτη ανάγνωση, τα λόγια αυτά θα έλεγε κάποιος πως μπορεί να μοιάζουν αθώες ανησυχίες μιας μητέρας που επιθυμεί το «καλύτερο» για το παιδί της. Μια αυθόρμητη, ανθρώπινη παραδοχή μιας αρχικής προκατάληψης που τελικά διαψεύστηκε με ένα «ουφ» ανακούφισης. Κάτι που ίσως, λίγο-πολύ, όλοι μπορεί να έχουμε ζήσει.
Αν όμως, ρε παιδιά, σταθούμε λίγο παραπάνω, υπάρχει κάτι βαθύτερο που αξίζει να το δούμε. Και αυτό δεν είναι άλλο από το ότι, τελικά, η αποδοχή -και το γράφω με μεγάλη θλίψη- περνάει μέσα από φίλτρα. Η ουσία δε βρίσκεται στο ότι κάποιος είχε μια προκατάληψη, αυτό είναι και ανθρώπινο, κατά μια έννοια, αλλά στον τρόπο με τον οποίο «κερδίζεται» τελικά η αποδοχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται να έρχεται μέσα από μια σειρά χαρακτηριστικών που πλησιάζουν πολύ κοντά σε αυτό που η κοινωνία ορίζει ως «ιδανικό»: ομορφιά, λεπτό σώμα, αθλητικότητα, μόρφωση που εν τέλει συνεπάγεται και ως «καλός χαρακτήρας».
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα σιωπηλό αλλά πολύ ισχυρό μήνυμα: ότι για να ξεπεραστεί μια αρχική αρνητική εντύπωση, ΠΡΕΠΕΙ να υπάρχουν αρκετά «αντισταθμιστικά προσόντα». Σα να λέμε -ίσως και άθελά μας- ότι κάποιος μπορεί να μη μας αρέσει εκ πρώτης όψεως, αλλά αν πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, τότε τελικά «είναι εντάξει».
Αυτό το αόρατο βάρος των στερεοτύπων, που η ψυχολογία έχει μελετήσει εκτενώς. Τα στερεότυπα δεν είναι τίποτα άλλο από γνωστικές συντομεύσεις, τρόπους, δηλαδή, με τους οποίους το μυαλό μας οργανώνει γρήγορα τον κόσμο γύρω του, και από μόνα τους δε θα λέγαμε ότι είναι «κακά». Γίνονται όμως ιδιαίτερα προβληματικά όταν αυτά μετατρέπονται σε κριτήρια αξίας. Όταν, δηλαδή, αρχίζουμε να συνδέουμε την εξωτερική εμφάνιση με την ηθική ποιότητα, την ευφυΐα ή την «καλοσύνη» ενός ανθρώπου. Το παράδειγμα με τα «τεράστια νύχια» μπορεί να μοιάζει μικρό, σχεδόν αστείο, όμως δεν παύει να είναι ένα χαρακτηριστικό. Γιατί πίσω από αυτό κρύβεται μια ολόκληρη αλυσίδα συνειρμών: υπερβολή, επιφανειακότητα, έλλειψη σοβαρότητας.
Ε και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, δημιουργούμε κατηγορίες ανθρώπων. Οι «σοβαροί» και οι «μη σοβαροί», οι «καλοί» και οι «επιφανειακοί», οι «αποδεκτοί» και οι «λιγότερο αποδεκτοί», οι «αδύνατοι» και οι «χοντροί». Το θέμα, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι μόνο κοινωνικό αλλά και βαθιά προσωπικό. Γιατί οι άνθρωποι δεν ακούν απλώς αυτά τα σχόλια, αλλά τα εσωτερικεύουν.
Ένα κορίτσι που μεγαλώνει ακούγοντας ότι η εμφάνισή του το τοποθετεί αυτόματα σε μια κατηγορία, αρχίζει να αμφισβητεί εσωτερικά την αξία του. Ένας άνθρωπος που δεν πληροί τα «ιδανικά» χαρακτηριστικά μπορεί να νιώθει ότι πρέπει να αποδείξει περισσότερα για να γίνει «αποδεκτός». Και εκεί ακριβώς είναι που ξεκινάει ένας αθόρυβος αγώνας: να γίνεις «αρκετός» με βάση τα μάτια των άλλων και όχι τα δικά σου.
Ίσως όμως το πιο επικίνδυνο στοιχείο τέτοιων τοποθετήσεων είναι ότι δημιουργούν ένα αόρατο όριο ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και στο «μη φυσιολογικό». Και το πρόβλημα είναι πως αυτό το όριο δεν είναι αντικειμενικό, αλλά κοινωνικά κατασκευασμένο. Σήμερα μπορεί να είναι τα νύχια, αύριο το σώμα, μεθαύριο ο τρόπος που μιλάς, ντύνεσαι ή εκφράζεσαι. Και κάπως έτσι, αντί να μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα, μαθαίνουμε να την αξιολογούμε.
Δε χρειάζεται να «ακυρώσουμε» ανθρώπους για να αναγνωρίσουμε ότι κάποιες φράσεις κουβαλούν βάρος. Αντίθετα, ίσως το ζητούμενο είναι να αρχίσουμε να ακούμε λίγο πιο προσεκτικά τι λέμε, αλλά προπάντων Τι υπονοούμε! Γιατί πολλές φορές, πίσω από μια φαινομενικά αθώα πρόταση, κρύβεται μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Και η αλλαγή δεν έρχεται με επίθεση αλλά με επίγνωση.
Με το να αναρωτηθούμε: Γιατί συνδέω αυτά τα πράγματα; Από πού τα έμαθα; Ισχύει πραγματικά ή απλώς το αναπαράγω;
Οι άνθρωποι, λοιπόν, φίλοι μου, δεν είναι το σχήμα του σώματός τους, ούτε το μήκος των νυχιών τους, ούτε το αν πληρούν μια λίστα «σωστών» χαρακτηριστικών. Είναι πολύ πιο σύνθετοι, πολύ πιο αντιφατικοί και πολύ πιο αληθινοί. Και ίσως η μεγαλύτερη ωριμότητα δεν είναι να αλλάζουμε γνώμη όταν κάποιος αποδεικνύεται «αρκετά καλός» για τα δικά μας μέτρα, αλλά να μάθουμε εξ αρχής να μη βάζουμε τέτοια μέτρα. Γιατί η πραγματική αποδοχή δεν έρχεται όταν κάποιος περνάει το τεστ των στερεοτύπων, αλλά όταν επιτέλους πάψουμε να βάζουμε τέτοια τεστ στους ανθρώπους.
Και να θυμάστε πως κάπου εκεί, μακριά από τα στερεότυπα, αρχίζει κάτι πιο αληθινό: η ελευθερία.
