Κάποτε το να είσαι κουρασμένος ήταν σημάδι ότι ίσως χρειάζεσαι ξεκούραση. Σήμερα είναι σχεδόν… flex. «Δεν προλαβαίνω», «τρέχω όλη μέρα», «έχω 200 πράγματα», «κοιμάμαι 4 ώρες». Και κάπου ανάμεσα σε deadlines, notifications, meetings, side hustles και μια μόνιμη ενοχή όταν καθόμαστε χωρίς να κάνουμε κάτι «παραγωγικό”» γεννήθηκε η νέα θρησκεία της εποχής μας: η κουλτούρα του busy = successful.

Σαν να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε ότι αξίζουμε μέσα από το πόσο εξαντλημένοι είμαστε. Αν το σκεφτείς, πλέον το να είσαι πάντα απασχολημένος, δεν είναι απλώς κατάσταση. Είναι ταυτότητα. Άνθρωποι απαντούν με περηφάνια ότι «πνίγονται», λες και η υπερκόπωση είναι μετάλλιο επιτυχίας. Αν δεν έχεις γεμάτο πρόγραμμα, αν δεν αγχώνεσαι συνεχώς, αν δεν τρέχεις από υποχρέωση σε υποχρέωση, σχεδόν νιώθεις ενοχές. Σαν να «μένεις πίσω» σε έναν αγώνα που κανείς δεν ξέρει ακριβώς πού οδηγεί.

Και τα social media φυσικά έπαιξαν τεράστιο ρόλο σε αυτό. Γιατί πλέον δεν αρκεί να δουλεύεις πολύ. Πρέπει και να το δείχνεις. Laptop σε καφέδες. 24ωρες ιστορίες με «another productive day». Ξύπνημα στις 5 το πρωί. Podcasts για self-improvement ενώ απαντάς emails και πίνεις matcha που κοστίζει όσο ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Η παραγωγικότητα έγινε aesthetic. Και κάπως έτσι, η ξεκούραση άρχισε να μοιάζει με τεμπελιά.

Το πιο ειρωνικό; Πολλοί άνθρωποι δε θυμούνται καν πότε χαλάρωσαν πραγματικά χωρίς τύψεις. Ακόμα και όταν κάθονται να δουν σειρά, νιώθουν ότι «θα έπρεπε να κάνουν κάτι πιο χρήσιμο». Ακόμα και στις διακοπές, τσεκάρουν emails. Ακόμα και στον ύπνο τους, ο εγκέφαλος κάνει to-do lists. Ζούμε σε μια εποχή όπου το burnout συχνά αντιμετωπίζεται σαν φυσιολογική παρενέργεια της φιλοδοξίας.

Και ναι, προφανώς η φιλοδοξία δεν είναι κακό πράγμα. Το να θέλεις να εξελιχθείς, να χτίσεις πράγματα, να πετύχεις στόχους, είναι όμορφο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η αξία σου εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο παράγεις ή πετυχαίνεις. Όταν δε ξέρεις πια ποιος είσαι χωρίς deadlines. Όταν η ηρεμία σε αγχώνει επειδή έχεις συνηθίσει να λειτουργείς μόνο σε κατάσταση πίεσης.

Κάπου εκεί αρχίζει και η συναισθηματική εξάντληση της γενιάς μας. Γιατί δεν είμαστε απλώς κουρασμένοι σωματικά. Είμαστε mentally «on» όλη την ώρα. Το κινητό δεν κλείνει ποτέ. Η δουλειά ακολουθεί παντού. Υπάρχει συνεχώς η αίσθηση ότι κάποιος άλλος προχωρά πιο γρήγορα, πετυχαίνει περισσότερα, οργανώνεται καλύτερα, χτίζει περισσότερα. Και μέσα σε όλο αυτό, ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό: ότι η ζωή δεν είναι μόνο productivity report.

Δεν ήρθαμε στον κόσμο μόνο για να απαντάμε emails και να κυνηγάμε deadlines μέχρι να καταρρεύσουμε. Και ίσως το πιο επικίνδυνο κομμάτι αυτής της κουλτούρας είναι ότι κάνει τους ανθρώπους να χάσουν την επαφή με τον εαυτό τους. Να μη ξέρουν τι τους ξεκουράζει πραγματικά. Τι τους γεμίζει. Τι τους κάνει χαρούμενους πέρα από επιτυχίες και επιβεβαιώσεις. Γιατί όταν συνηθίσεις να ζεις μόνο σε «survival mode», η ηρεμία αρχίζει να σου φαίνεται αφύσικη.

Γι’ αυτό βλέπεις ανθρώπους που δεν μπορούν να κάτσουν ούτε πέντε λεπτά χωρίς να πιάσουν το κινητό τους. Που γεμίζουν την κάθε μέρα ασφυκτικά γιατί φοβούνται τη σιωπή, φοβούνται το να μην έχουν κάτι να κάνουν. Που νιώθουν άχρηστοι αν δεν είναι συνεχώς απασχολημένοι. Και το χειρότερο; Πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν ότι έχουν εξαντληθεί, μέχρι το σώμα ή το μυαλό να τους αναγκάσει να σταματήσουν.

Η αλήθεια είναι ότι το να είσαι busy δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι επιτυχημένος. Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι δεν έχεις βάλει όρια. Άλλες φορές σημαίνει ότι κυνηγάς την επιβεβαίωση μέσα από την παραγωγικότητα. Και άλλες… ότι απλά έχεις ξεχάσει πώς είναι να ζεις χωρίς να αποδεικνύεις συνέχεια κάτι.

Ίσως τελικά η πραγματική επιτυχία να μην είναι να γεμίσεις κάθε λεπτό της ημέρας σου. Ίσως να είναι να μπορείς να έχεις ισορροπία. Να έχεις χρόνο να αναπνεύσεις χωρίς ενοχές. Να μπορείς να ξεκουραστείς χωρίς να νιώθεις ότι «χάνεις χρόνο». Να έχεις μια ζωή που δε χρειάζεται να σε διαλύει για να θεωρείται πετυχημένη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν θυμόμαστε μόνο πόσο δουλέψαμε. Θυμόμαστε και πόσο ζήσαμε.

Ή μάλλον θυμόμαστε πόσο θα θέλαμε να ζήσουμε…

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη