Υπάρχουν λαοί που φημίζονται για την πειθαρχία και την οργάνωσή τους, όπως είναι οι Άγγλοι και οι Γερμανοί. Οι Ασιάτες πάλι φημίζονται για την αφοσίωση και την εργατικότητα, οι Γάλλοι για τη φινέτσα και την κουλτούρα και οι Ιταλοί, από την άλλη, για το πάθος και το ταμπεραμέντο τους. Και στο καπάκι υπάρχουν οι Έλληνες. Ένας λαός που μπορεί να κάνει ολόκληρη ιεροτελεστία το να κάθεται γύρω από ένα τραπέζι. Και όχι, δε μιλάω απλώς για την ελληνική κουζίνα. Μιλάω για όλες εκείνες τις φορές που το «πάμε για έναν καφέ;» ή «πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;» καταλήγει σε 15 διαφορετικές συζητήσεις, μισοτελειωμένα ποτήρια, γεμάτα τασάκια και όλα αυτά 5 ώρες μετά. Και κάπου εκεί συνειδητοποιούμε ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται και όλη η ουσία της ζωής. Γιατί, στην τελική, το να κάτσουμε γύρω από ένα τραπέζι είναι πολλά περισσότερα από όσα νομίζουμε και είναι τέχνη.

Στα ισπανικά αυτή η ιεροτελεστία έχει και όνομα. Sobremesa και είναι η στιγμή που κανείς δεν σηκώνεται από το τραπέζι μετά το φαγητό, γιατί η κουβέντα είναι ακόμα καλή, το κρασί δεν έχει τελειώσει και η παρέα μοιάζει πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο έχεις να κάνεις μέσα στη μέρα. Και μπορεί να μην έχουμε δική μας λέξη γι’ αυτό, αλλά σαν λαός μάλλον το έχουμε τελειοποιήσει. Ένα ελληνικό τραπέζι, λοιπόν, πρεσβεύει πολλά περισσότερα από όσα πιστεύουμε. Δεν είναι ένα απλό έπιπλο, αλλά ένα σημείο συνάντησης. Εκεί που, πατροπαράδοτα, η κάθε ελληνική οικογένεια θα μαζευτεί ένα κυριακάτικο μεσημέρι, γεμίζοντάς το με γέλια, καβγάδες, εξομολογήσεις-βόμβα, πολιτικές αναλύσεις αλλά και διαφωνίες, γιατί αυτά πάνε παρέα, κουτσομπολιό, έρωτες, χωρισμούς και, κατά κάποιο τρόπο, ψυχοθεραπεία. Μέσα σε 3 ώρες μπορεί κανείς να λύσει όλα τα προβλήματα του κόσμου, με 4 ποτήρια κρασί και φαγητό μέχρι σκασμού. Που, ακόμα και αν δεν καταφέρεις να λύσεις τα προβλήματά σου, θα φύγεις σίγουρα χορτάτος και ψυχικά και σωματικά, αφού έχεις κατεβάσει τον άμπακο και δεν μπορείς να περπατήσεις από το φαγητό.

Η όλη μαγεία πίσω από αυτή την ιεροτελεστία είναι ότι ένας γρήγορος καφές ή ένα βραδινό καταλήγει πάντα, δίχως να το προσπαθούμε και δίχως να το καταλαβαίνουμε, να μας βρίσκει να φεύγουμε 5 ώρες μετά. Όταν όλα τα γκαρσόνια σε στραβοκοιτάνε και περιμένουν την ώρα και τη στιγμή που θα ξεκουμπιστείς, μπας και πάνε και αυτοί κάποια ώρα στα σπίτια τους. Και όμως, ίσως αυτή η μαγική ικανότητα τού να απολαμβάνουμε τον χρόνο να είναι από τα ομορφότερα στοιχεία της κουλτούρας μας.

Σε μια εποχή του «όλο τρέχω και όλο δεν προλαβαίνω», που όλα κινούνται με ταχύτητα φωτός, γρήγορα και επιφανειακά, εμείς ξέρουμε να αράζουμε και να απολαμβάνουμε τη στιγμή. Να μιλάμε, να ανταλλάσσουμε απόψεις, να ακούμε, να γελάμε δυνατά χωρίς λόγο και αιτία και να παραγγέλνουμε «άλλη» μια γύρα, απλά γιατί μια όμορφη παρέα αρκεί. Και αν νομίζεις ότι αυτό είναι ό,τι πιο όμορφο, σου έχω και καλύτερο. Κάθε ελληνικό τραπέζι έχει χώρο για όλους. Τον φίλο που δεν περίμενες να έρθει αλλά ήρθε, τον μακρινό ξάδερφο που απλά «περνούσε» από εδώ, έναν γνωστό που κάθισε για ένα ποτό και έφυγε 4 ώρες μετά, ακόμα και έναν περαστικό από το διπλανό τραπέζι. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μια καρέκλα ακόμα πάντα θα χωρέσει κάπου, μιας και «όλοι καλοί χωράνε».

Και στην τελική, για εμάς το τραπέζι δεν είναι ποτέ μόνο φαγητό και ποτό. Είναι ένας τρόπος σύνδεσης, μια ανάγκη που έχουμε να μοιραζόμαστε στιγμές, να συνυπάρχουμε μαζί με άλλους χωρίς πίεση, χωρίς προσπάθεια, χωρίς πρόγραμμα και, εννοείται, χωρίς να κοιτάμε την ώρα. Τι και αν γκρινιάζουμε συνεχώς για τη χώρα μας, την πιεστική καθημερινότητα, την αποπνικτική ρουτίνα και το χάος που επικρατεί; Το μόνο σίγουρο είναι ότι κανείς δεν ξέρει καλύτερα την τέχνη τού να απολαμβάνεις τη στιγμή και να μετατρέπεις μια απλή στιγμή ώστε να μοιάζει σημαντική.

Οι ομορφότερες αναμνήσεις δεν είναι ποτέ τα μεγάλα γεγονότα, αλλά τα βράδια που ξεκίνησαν με μια χαλαρή έξοδο, χωρίς πολλά πολλά, αυθόρμητα, γύρω από ένα τραπέζι, με ανθρώπους που αγαπάμε, καλό κρασί, ωραίες μυρωδιές και μια συζήτηση που δεν θέλαμε να τελειώσει ποτέ.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου