Κάθε μέρα ο τομέας των σχέσεων αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα. Παρέες φίλων, ζευγάρια, social media, τηλεοπτικές εκπομπές και κάθε λογής «μάζωξη» αφιερώνει χρόνο για να αναλύσει, σχολιάσει, σατιρίσει ή κουτσομπολέψει «καυτά» σχεσιακά θέματα που ταλανίζουν ανθρώπους και γενιές ολόκληρες, μη σας πω.
Όλοι σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει, για παράδειγμα, πως υπάρχουν άνθρωποι που μετά από έναν καβγά έχουν ανάγκη να μιλήσουν, να αναλύσουν και να καταλάβουν τι συνέβη. Να ψάξουν, ρε παιδί μου, αυτό το «γιατί» πίσω από τη συμπεριφορά, το τραύμα πίσω από την αντίδραση ή το συναίσθημα πίσω από τη σιωπή. Και στην απέναντι όχθη υπάρχουν και εκείνοι που μπροστά στην ίδια κατάσταση απαντούν: «Έτσι είμαι εγώ», «Μην τα ψυχολογούμε όλα», «Αν δε σου αρέσει, προχώρα». Ε, κάπου εκεί να ξέρετε γεννιέται κάτι που απασχολεί πολλούς ανθρώπους αλλά δε γνωρίζουν να το ονομάσουν, το λεγόμενο σύμφωνα με τους ψυχολόγους «χάσμα εσωτερικής εργασίας».
Το χάσμα εσωτερικής εργασίας, με λίγα λόγια, είναι η απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όπου ο ένας έχει ξεκινήσει να παρατηρεί, να δουλεύει και να εξελίσσει τον εσωτερικό του κόσμο, ενώ ο άλλος λειτουργεί ακόμα κυρίως μέσα από άμυνες, αποφυγή ή ασυνείδητα μοτίβα.
Και πολλοί θα πούνε «μα η αγάπη όλα τα νικά» και ίσως είναι αρκετά ρομαντικό, μα και κάπως ουτοπικό θα συμπλήρωνα εγώ. Και πιστέψτε με, είμαι μια υπέρμαχος της αγάπης! Όμως η πικρή αλήθεια είναι πως αυτό το χάσμα, όταν αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του, έχει την ορμή να διαλύσει ακόμα και τις πιο δυνατές σχέσεις – όσο για αυτές που δεν έχουν βάσεις ή είναι μονόπλευρες, εκεί το συγκεκριμένο χάσμα λειτουργεί σαν οδοστρωτήρας, δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Γιατί δυστυχώς δεν αρκεί μόνο η χημεία για να χτιστεί μια σχέση, είναι απαραίτητη και η ψυχική διαθεσιμότητα και των δύο πλευρών.
Έχετε άραγε αναλογιστεί ποτέ γιατί τα τελευταία χρόνια ακούμε παντού λέξεις όπως «θεραπεία», «τραύμα», «attachment styles», «εσωτερικό παιδί», «όρια»; Μάλιστα, υπάρχουν και κάποιοι που κοροϊδεύουν αυτή τη νέα γλώσσα της ψυχολογίας. Όμως πίσω από τους όρους υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να καταλάβουμε επιτέλους γιατί πονάμε όπως πονάμε και γιατί αγαπάμε όπως αγαπάμε.
Η εσωτερική εργασία σε καμία περίπτωση δε σημαίνει τελειότητα, ούτε ότι κάποιος παύει να έχει ως άνθρωπος ανασφάλειες ή τραύματα. Σημαίνει όμως ότι έχει διάθεση και θάρρος να κοιτάξει μέσα του αντί να πετάει συνεχώς τις ευθύνες προς τα έξω.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η τεράστια διαφορά. Γιατί ένας άνθρωπος που έχει κάνει εσωτερική δουλειά μπορεί να πει: «Αντέδρασα άσχημα γιατί ένιωσα απόρριψη», ενώ κάποιος που δεν έχει αγγίξει ποτέ τον εσωτερικό του κόσμο θα αρκεστεί να πει λιτά και κοφτά: «Εσύ με έκανες να φερθώ έτσι»! Μπορείτε να κατανοήσετε και μόνοι σας πως ο πρώτος αναλαμβάνει ευθύνη -κάτι σπάνιο στις μέρες μας δυστυχώς- και ο δεύτερος ψάχνει ένοχο -κάτι σύνηθες στις μέρες μας.
Το χάσμα αυτό, αν με ρωτήσετε, φαίνεται σχεδόν παντού μέσα στις σχέσεις. Φαίνεται στον τρόπο που γίνεται ένας καβγάς, στον τρόπο που θα ειπωθεί και αν ειπωθεί μια συγγνώμη, στον τρόπο που κάποιος διαχειρίζεται τη σιωπή, την απόρριψη, τη ζήλια ή ακόμα και την οικειότητα. Γιατί η αλήθεια είναι πως πολλοί άνθρωποι θέλουν βαθιά την αγάπη, αλλά δυστυχώς δεν αντέχουν την εγγύτητα που απαιτεί η πραγματική σύνδεση. Και αυτό, ξέρετε, δεν είναι κακία αλλά άμυνα.
Σκεφτείτε πως ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε περιβάλλον όπου τα συναισθήματα αγνοούνταν ή γελοιοποιούνταν, συχνά μαθαίνει να αποσυνδέεται από όσα νιώθει. Έτσι, στην ενήλικη ζωή αυτός ο άνθρωπος μπορεί να θεωρεί υπερβολικό οποιονδήποτε υγιώς εκφράζει ανάγκες, ευαισθησίες ή συναισθηματικό βάθος.
Κάπως έτσι όμως δημιουργούνται σχέσεις όπου ο ένας άνθρωπος προσπαθεί να επικοινωνήσει και ο άλλος νιώθει ότι απειλείται από την ίδια αυτή επικοινωνία. Ε, και τότε αναπόφευκτα αρχίζει η φθορά. Γιατί όσο περισσότερο εξελίσσεται εσωτερικά ένας άνθρωπος, τόσο πιο δύσκολα μπορεί να παραμείνει σε μια σύνδεση όπου η συναισθηματική ευθύνη είναι μονόπλευρη.
Και να σας πω κάτι, πιστεύω πως αυτό είναι και το πιο σκληρό σημείο του χάσματος εσωτερικής εργασίας. Γιατί δεν αφορά μόνο τη διαφορά γνώσεων ή ωριμότητας αλλά αφορά κυρίως τη διαφορετική ικανότητα που έχει ένας άνθρωπος να αντέχει την αλήθεια. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την ικανότητα να κάτσουν απέναντι από τα τραύματά τους και να πουν: «Ναι, αυτό πραγματικά με επηρέασε»! Και υπάρχουν και εκείνοι που θα περάσουν όλη τους τη ζωή τρέχοντας για να μην χρειαστεί ποτέ να κοιτάξουν μέσα τους.
Δεν είναι τυχαίο πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος λατρεύει την οικειότητα, ακόμα κι αν αυτή είναι δυσλειτουργική! Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πολλοί άνθρωποι επαναλαμβάνουν τις ίδιες τοξικές δυναμικές ξανά και ξανά. Όχι επειδή τους αρέσει να υποφέρουν -μερικοί θαρρώ πως ναι- αλλά επειδή το νευρικό τους σύστημα έχει μάθει πολύ απλά πως αυτό είναι «αγάπη».
Αν για παράδειγμα μεγάλωσες με αστάθεια, μπορεί να μπερδεύεις το χάος με το πάθος ή αν μεγάλωσες με απόρριψη, μπορεί να κυνηγάς ανθρώπους που δεν σε επιλέγουν, ενώ αν μεγάλωσες χωρίς συναισθηματική ασφάλεια, ίσως να δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι κάποιος μπορεί να σε αγαπήσει χωρίς να σε πληγώσει.
Και εδώ ακριβώς είναι αναγκαίο να ξεκινήσει η εσωτερική εργασία. Και μην μπερδεύεστε, δεν το κάνουμε για να γίνουμε οι «τέλειοι» ή «ιδανικοί» αλλά για να σταματήσουμε να αιμορραγούμε πάνω σε ανθρώπους που προσπαθούν να μας αγαπήσουν σωστά.
Το πρόβλημα όμως είναι πως στις μέρες μας υπάρχει και μια άλλη παγίδα. Πολλοί -δυστυχώς- χρησιμοποιούν την ψυχολογία σαν ταυτότητα. Διαβάζουν quotes, μαθαίνουν όρους, κάνουν repost θεραπευτικό περιεχόμενο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αντέχουν ούτε πέντε λεπτά ρεαλιστικής αυτοπαρατήρησης. Γιατί η αληθινή εσωτερική δουλειά, φίλοι μου, δεν είναι καθόλου μα καθόλου aesthetic – πιστέψτε με! Απεναντίας, είναι άβολη, σε ξεγυμνώνει και σε φέρνει αντιμέτωπο με πλευρές του εαυτού σου που ίσως και να μην θέλεις ή να μην αντέχεις να δεις.
Και αυτό είναι ένα ακόμη σημείο που δυστυχώς πολλές σχέσεις λυγίζουν. Όταν ακριβώς ο ένας άνθρωπος αρχίζει να αλλάζει, να βάζει όρια, να θεραπεύεται και να αποκτά συνείδηση των μοτίβων του, ο άλλος συχνά νιώθει ότι «τον χάνει». Και όχι επειδή άλλαξε η αγάπη αλλά τις περισσότερες φορές επειδή άλλαξαν οι αντοχές.
Να θυμάστε πως ένας άνθρωπος που θεραπεύεται δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει εύκολα μέσα σε μια συναισθηματική ανευθυνότητα. Και αυτό σίγουρα πονάει. Πονάει γιατί συνειδητοποιεί ότι ίσως αγαπάει κάποιον που δεν έχει ακόμα τη δυνατότητα να τον συναντήσει στο ίδιο συναισθηματικό βάθος και ίσως και ποτέ να μην είναι ικανός να το κάνει.
Όμως να ξέρετε πως μέσα σε όλο αυτό υπάρχει και κάτι που το θεωρώ βαθιά ελπιδοφόρο. Το χάσμα εσωτερικής εργασίας δεν είναι καταδίκη. Οι άνθρωποι, αν το θελήσουν, μπορούν να εξελιχθούν. Ο εγκέφαλος αλλάζει, οι δεσμοί δουλεύονται και τα τραύματα επουλώνονται. Η ψυχολογία πλέον μιλάει ξεκάθαρα για τη νευροπλαστικότητα και για το πώς νέες εμπειρίες, επίγνωση και ασφαλείς σχέσεις μπορούν να μεταμορφώσουν έναν άνθρωπο. Αρκεί να υπάρχει πρόθεση!
Γιατί φίλοι μου, στο τέλος της ημέρας, οι πιο όμορφες σχέσεις δεν είναι εκείνες όπου δυο τέλειοι άνθρωποι συναντήθηκαν αλλά εκείνες όπου δυο άνθρωποι αποφάσισαν να μην σταματήσουν να εξελίσσονται ούτε ατομικά μα ούτε και μαζί. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η πραγματική αγάπη: να μην φοβάσαι να κοιτάξεις μέσα σου, ακόμα κι όταν αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να ξαναχτίσεις ολόκληρο τον εαυτό σου από την αρχή. Και αυτό είναι ΟΚ!
