Κάθε φορά που ανοίγει μια συζήτηση για τον σεξισμό στην εργασία, εμφανίζεται κάποιος μπούφος που θα πει ότι αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Ότι οι γυναίκες πλέον έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, τις ίδιες δυνατότητες και τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες. Και μετά έρχονται οι αριθμοί να χαλάσουν το αφήγημα.
Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν ένα πρόβλημα που εξακολουθεί να χτυπά κυρίως τις γυναίκες. Μέσα σε έναν χρόνο η χώρα απέκτησε 26.600 περισσότερους ανέργους. Την ίδια στιγμή, η ανεργία στις γυναίκες εκτοξεύθηκε από το 11% στο 13,7%, ενώ στους άνδρες μειώθηκε από το 7,3% στο 5,9%.
Και κάπου εδώ είναι αδύνατον να μη γίνει η προφανής ερώτηση. Πόσες φορές ακόμα θα παρουσιάζουμε αυτά τα στοιχεία σαν μια απλή στατιστική μεταβολή και όχι σαν το σύμπτωμα μιας βαθιά ριζωμένης κοινωνικής ανισότητας; Γιατί η αλήθεια είναι πως η ελληνική αγορά εργασίας δεν αντιμετώπισε ποτέ πραγματικά τις γυναίκες ως ίσες. Απλώς έμαθε να κρύβει καλύτερα τις διακρίσεις της.
Στις συνεντεύξεις εργασίας οι γυναίκες εξακολουθούν να ερωτώνται αν σκοπεύουν να κάνουν παιδιά. Εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως «πιθανό κόστος» για μια επιχείρηση. Εξακολουθούν να νιώθουν ότι πρέπει να αποδείξουν διπλά και τριπλά την αξία τους για να πάρουν μια θέση που σε έναν άνδρα συχνά θεωρείται αυτονόητη.
Και αν καταφέρουν να προσληφθούν, ξεκινά η επόμενη πίστα. Εκείνη του γυάλινου ταβανιού.
Εκεί όπου οι γυναίκες εργάζονται, αποδίδουν, κουβαλούν ευθύνες, αλλά βλέπουν τις θέσεις εξουσίας να παραμένουν πεισματικά ανδρική υπόθεση. Εκεί όπου ένας άνδρας χαρακτηρίζεται ηγετικός και αποφασιστικός, ενώ μια γυναίκα με ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά βαφτίζεται «δύσκολη», «νευρική» ή «υπερβολικά φιλόδοξη». Η κοινωνία μάς έχει συνηθίσει να πανηγυρίζουμε κάθε φορά που μια γυναίκα κατακτά μια υψηλή θέση. Ίσως όμως αυτό από μόνο του να αποδεικνύει το πρόβλημα. Γιατί όταν η ισότητα είναι πραγματικότητα, δεν αποτελεί είδηση.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι γυναίκες εξακολουθούν να σηκώνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της φροντίδας μέσα στο σπίτι. Παιδιά, ηλικιωμένοι γονείς, νοικοκυριό, αόρατη εργασία που δεν πληρώνεται και δεν καταγράφεται πουθενά. Έτσι, πολλές καλούνται να ανταγωνιστούν στην αγορά εργασίας κουβαλώντας ένα δεύτερο, ανεπίσημο ωράριο που ξεκινά μόλις τελειώσει το πρώτο.
Γι’ αυτό και η αύξηση της γυναικείας ανεργίας είναι κοινωνικός καθρέφτης. Πίσω από τα ωραία λόγια περί ισότητας εξακολουθεί να υπάρχει μια πραγματικότητα όπου οι γυναίκες απολύονται ευκολότερα, προσλαμβάνονται δυσκολότερα, προάγονται σπανιότερα και αμείβονται συχνά λιγότερο. Και ίσως το πιο εξοργιστικό είναι ότι το 2026 συνεχίζουμε να συζητάμε τα ίδια πράγματα που συζητούσαν και οι προηγούμενες γενιές γυναικών.
Γιατί όσο η ανεργία των γυναικών αυξάνεται και των ανδρών μειώνεται, δεν μπορούμε να μιλάμε για ατομικές επιλογές, ούτε για προσωπική ευθύνη. Μιλάμε για ένα σύστημα που εξακολουθεί να λειτουργεί διαφορετικά ανάλογα με το φύλο. Και μέχρι να αλλάξει αυτό, θα ξέρουμε ότι η ισότητα στην εργασία παραμένει ακόμη ένα ζητούμενο και όχι μια κατάκτηση.