Περίπου 1 στους 5 ανθρώπους δηλώνει ότι έχει δει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα “φάντασμα”. Για άλλους αυτό ακούγεται ως καθαρή φαντασία, για άλλους ως εμπειρία που δεν μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Η επιστήμη, όμως, προσεγγίζει το φαινόμενο αλλιώς: όχι ως απόδειξη του υπερφυσικού, αλλά ως αποτέλεσμα του τρόπου που λειτουργεί ο εγκέφαλος, η αντίληψη και η πεποίθηση.

Σύμφωνα με την ψυχολόγο Melissa Maffeo, καθηγήτρια στο Wake Forest University και συγγραφέα του βιβλίου Science of the Supernatural, οι “παραφυσικές εμπειρίες” δεν απαιτούν απαραίτητα κάτι υπερφυσικό για να συμβούν. Αντίθετα, προκύπτουν από έναν συνδυασμό περιβαλλοντικών, νευρολογικών και ψυχολογικών παραγόντων.

Έρευνες σε χώρους όπως ιστορικά υπόγεια στο Εδιμβούργο και παλάτια στην Αγγλία έχουν δείξει ότι περιοχές με αναφορές σε “φαντάσματα” παρουσιάζουν συχνά μεγαλύτερη μεταβλητότητα στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Αν και δεν υπάρχει απόδειξη ότι τα πεδία αυτά προκαλούν παραφυσικά φαινόμενα, φαίνεται πως επηρεάζουν την αίσθηση του χώρου και της παρουσίας. Ενδιαφέρον είναι ότι σε πειράματα όπου οι συμμετέχοντες δεν ήξεραν ότι βρίσκονται σε “στοιχειωμένο” μέρος, δεν ανέφεραν τίποτα ασυνήθιστο — σε αντίθεση με όσους είχαν την αντίστοιχη προσδοκία. Με άλλα λόγια, η προσδοκία μπορεί να αλλάξει την εμπειρία.

Μια περιοχή του εγκεφάλου, η λεγόμενη κροταφοβρεγματική συμβολή (temporoparietal junction), βοηθά να αντιλαμβανόμαστε τη θέση του σώματός μας στον χώρο. Όταν αυτή η περιοχή διαταράσσεται — ακόμη και πειραματικά — άνθρωποι έχουν αναφέρει αισθήσεις όπως “παρουσίες”, σκιές ή την αίσθηση ότι το σώμα τους δεν είναι απόλυτα δικό τους. Αντίστοιχα, η υπνική παράλυση μπορεί να δημιουργήσει ιδιαίτερα έντονες εμπειρίες. Όταν κάποιος ξυπνάει μέσα σε φάση REM αλλά το σώμα παραμένει “ακίνητο”, ο εγκέφαλος προσπαθεί να ερμηνεύσει την αίσθηση απειλής και μπορεί να παράγει έντονες οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο σε τέτοιες εμπειρίες. Έρευνες δείχνουν ότι άτομα με υψηλότερα επίπεδα “schizotypy” — χαρακτηριστικά όπως έντονη φαντασία, τάση για μαγική σκέψη και πιο ρευστά όρια μεταξύ εαυτού και περιβάλλοντος — είναι πιο πιθανό να αναφέρουν παραφυσικές εμπειρίες. Αυτό δεν σχετίζεται με ψυχική διαταραχή, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο επεξεργασίας της πραγματικότητας και των ερεθισμάτων.

Ίσως το πιο καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ούτε το περιβάλλον ούτε η νευρολογία, αλλά η ίδια η προσδοκία. Σε μελέτες όπου συμμετέχοντες περπάτησαν σε έναν χώρο που περιγραφόταν ως “στοιχειωμένος”, εκείνοι που είχαν αυτή την πληροφορία ανέφεραν πολύ περισσότερες “περίεργες” εμπειρίες σε σχέση με όσους δεν είχαν καμία τέτοια υπόδειξη. Η πεποίθηση λειτουργεί σαν φίλτρο: οργανώνει αυτό που βλέπουμε, ακούμε και αισθανόμαστε.

Ίσως το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν φαντάσματα. Αλλά πόσο εύκολα ο εγκέφαλος μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι υπάρχουν. Και, μερικές φορές, αυτό που “βλέπουμε” λέει περισσότερα για εμάς παρά για τον χώρο γύρω μας.