Τρέχω και περπατώ.
Περπατώ,
αφηρημένος γιατί η αφηρημάδα
έγινε η γενική ασφάλεια του μυαλού.

Δουλειά,
να πάω στη δουλειά,
να αναδείξω τη δουλειά μου,
να πιέσω τις καταστάσεις,
να είμαι τέλειος.

Τέλειος.
Τραγικό, μα θέλω να είμαι τέλειος.

Τρέχω, παρκάρω.
Λογαριασμοί.
Δουλειά.
Ξανά δουλειά.

Βγήκε ήλιος σήμερα.
Κάποτε έκανα ποδήλατο.

Μιλάω πολύ,
αφηρημένα χαμογελώ και τρέχω.
Το όνειρό μου η δουλειά μου.
Πνίγηκα,
αλλά γουστάρω ό,τι κάνω.
Χρόνος.. πού χρόνος.

Ένας καφές στο πόδι,
ένα τσιγάρο,
καμιά μπίρα στο στέκι.
Δύο ανέκδοτα και δύο νέα.
Πέντε φίλοι,
για την κοπέλα θα περιμένω.

Φτιάχνω,
δημιουργώ,
είμαι περήφανος.
Τρέχω ξανά,
τρέχω γιατί είναι Δευτέρα,
γιατί είναι Σάββατο.

Και το κορίτσι περιμένει.
Ας περιμένει.
Πού χρόνος.
Τρέχω,
ανασαίνω ακόμη.

Δουλειά, κουράστηκα.
Μονοτονία,
εγκλωβισμός.
Βρέχει..
Πού είμαι εγώ;
Δε με βρίσκω.
Και το κορίτσι περιμένει.
Ας περιμένει;

Χρόνος…
Κι ο χρόνος μας δουλεύει.