Ξύπνησες, σηκώθηκες, ντύθηκες, πλύθηκες.
Για λίγο αναρωτήθηκες γιατί υπάρχεις.
Γέρνεις το κεφάλι σου προς το φως του παραθύρου, μεθυσμένος από τις ακτίνες του ήλιου.
Έπειτα φόρεσες το παλτό σου κι έφυγες.
Βάζεις μπρος το αμάξι σου, μηχανικά.
Μηχανικά υπάρχεις, μηχανικά ζεις, μηχανικά αγαπάς.
Κι ένα δάκρυ γλίστρησε στο μάγουλό σου.
Έκανες να το σκουπίσεις, μα δεν πρόλαβες· σου ξέφυγε.
Όπως σου ξεφεύγει, καθημερινά, η πολύτιμη ζωή.
