Γιαγιά μου να ξέρεις, ακόμα έχω στο μπλε κουτί τα ραφτικά σου. Εκείνο το μικρό, μπλε κουτί που δεν είχε τίποτα σπουδαίο απ’ έξω. Ίσως κάποτε να είχε μέσα μπισκότα ή καραμέλες. Δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τι είχε μέσα. Κλωστές τυλιγμένες σε μικρά κουβαράκια, βελόνες καρφωμένες σε ένα μικροσκοπικό υφασμάτινο μαξιλαράκι, κουμπιά κάθε λογής, δυο-τρεις δαχτυλήθρες και κάτι ψαλιδάκια που μου φαίνονταν τότε τεράστια. Και τα χέρια σου.
Αυτά θυμάμαι περισσότερο. Τα χέρια σου να ψάχνουν μέσα στο κουτί χωρίς καν να κοιτάς. Σαν να ήξερες πού βρίσκεται το κάθε πράγμα. «Μισό λεπτό να το ράψω», μου έλεγες, κι εγώ περίμενα. Γιατί τα δικά σου «μισό λεπτό» μπορούσαν να κρατήσουν μια αιωνιότητα, αλλά ποτέ δε με πείραζε. Καθόσουν στην καρέκλα σου, έβαζες τα γυαλιά χαμηλά στη μύτη και περνούσες την κλωστή στη βελόνα με εκείνη την υπομονή που μόνο οι γιαγιάδες ξέρουν να έχουν. Κι εγώ σε κοιτούσα.
Τότε δεν ήξερα ότι κοιτούσα μια από τις πιο όμορφες εικόνες της παιδικής μου ηλικίας. Ήσουν πάντα εκεί. Να ράψεις ένα κουμπί που έπεσε, να μαζέψεις ένα στρίφωμα, να διορθώσεις μια σκισμένη τσέπη. Μικροδουλειές. Ασήμαντες ίσως για κάποιον που δεν ξέρει. Για μένα όμως ήταν ένας τρόπος να μου λες «σε φροντίζω» χωρίς να χρειάζεται να το πεις.
Γιατί εσύ έτσι αγαπούσες. Με πράξεις. Με ένα πιάτο φαγητό σκεπασμένο στο τραπέζι. Με μια ζακέτα στους ώμους μου επειδή «θα κρυώσεις». Με ένα φιλί στο μέτωπο. Με ένα «πάρε κι αυτό μαζί σου». Με ένα «έφαγες;». Με ένα «μην αργήσεις». Με ένα «μ’ έχεις τρελάνει μωρή κακούργα!». Και με τα ραφτικά σου. Πόσα πράγματα χωρούσαν τελικά μέσα σε εκείνο το μπλε κουτί. Κλωστές, κουμπιά, βελόνες και μια ολόκληρη ζωή.
Καμιά φορά το ανοίγω ακόμα. Δεν το κάνω συχνά. Ίσως γιατί ξέρω πως όταν σηκώνω το καπάκι, δεν ανοίγω απλώς ένα κουτί. Ανοίγω μια πόρτα. Και πίσω από αυτήν είσαι εσύ. Και τα μάτια βουρκώνουν. Είναι το σπίτι σου. Η μυρωδιά του. Η κουζίνα. Το τραπέζι. Η φωνή σου από το άλλο δωμάτιο. Τα βήματά σου. Η καρέκλα σου. Εκείνο το φως που έμπαινε από το παράθυρο και έκανε τα πάντα να μοιάζουν πιο ήσυχα.
Και για λίγα λεπτά είμαι πάλι παιδί. Δε με νοιάζει πόσο μεγάλωσα. Δε με νοιάζει πόσα πράγματα άλλαξαν. Δε με νοιάζει πόσοι άνθρωποι ήρθαν και έφυγαν από τη ζωή μου. Μέσα στο μπλε κουτί είσαι ακόμα εκεί. Και ίσως αυτό να είναι το παράξενο με τις αναμνήσεις. Δε χρειάζονται μεγάλα πράγματα για να επιστρέψουν. Μπορεί να είναι ένα παλιό κουμπί. Μια μυρωδιά. Ένα τραγούδι. Μια καρέκλα. Ένα κουτί που έχει ξεθωριάσει στις γωνίες.
Κι εκεί που νόμιζες πως όλα πέρασαν, ξαφνικά ακούς μέσα σου μια φωνή να λέει: «Έλα εδώ να σου το ράψω». Και θέλεις να γυρίσεις πίσω. Να καθίσεις δίπλα σου. Να σου κρατήσεις λίγο το κουβάρι. Να σε βοηθήσεις να περάσεις την κλωστή στη βελόνα. Να σου πεις πως τώρα καταλαβαίνεις. Καταλαβαίνεις πως δεν ήταν ποτέ μόνο ένα σκισμένο ρούχο που έραβες. Ήταν η ζωή μας που φρόντιζες να μη διαλυθεί στις μικρές της καθημερινές φθορές.
Γιαγιά μου, να ξέρεις, ακόμα έχω στο μπλε κουτί τα ράφτηκά σου. Δεν τα πέταξα. Δεν μπορούσα. Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι πράγματα. Είναι άνθρωποι μεταμορφωμένοι σε αντικείμενα. Και κάθε φορά που ανοίγω εκείνο το κουτί, είναι σαν να ανοίγω λίγο χώρο για σένα μέσα στο σήμερα μου.
Μπορεί να μην μπορώ πια να ακούσω τη φωνή σου όπως τότε. Μπορεί να μην μπορώ να σε αγκαλιάσω. Μπορεί να πέρασαν χρόνια. Αλλά έχω ακόμα την κλωστή σου. Και όσο υπάρχει αυτή, κάτι από σένα θα συνεχίζει να ενώνει τα κομμάτια μου.
Γιαγιά μου, να ξέρεις, το μπλε κουτί είναι ακόμα εδώ με μένα. Κι αν κάποτε με ρωτήσουν τι μου έμεινε από σένα, γιαγιά μου, δε θα ξέρω αν θα μπορέσω να απαντήσω. Γιατί μου έμειναν τόσα πολλά και άλλα τόσο μικρά πράγματα μαζί. Η μυρωδιά σου, η φωνή σου, οι αγκαλιές σου, εκείνο το «έφαγες;» που τότε θεωρούσα αυτονόητο και σήμερα θα έδινα τα πάντα για να το ακούσω άλλη μια φορά. Μου έμεινε όμως και εκείνο το μπλε κουτί. Εκείνο που ανοίγω καμιά φορά και δεν είμαι πια μεγάλη, αλλά παιδί.
Κι ύστερα κλείνω το κουτί, σκουπίζω τα μάτια μου και το βάζω πάλι στη θέση του. Γιατί, βλέπεις, κάποια πράγματα δεν τα κρατάμε επειδή μας χρειάζονται. Τα κρατάμε επειδή φοβόμαστε πως αν τα αφήσουμε, θα φύγει μαζί τους κι ένα κομμάτι από εκείνους που αγαπήσαμε. Κι εγώ το μπλε κουτί δε θα το αποχωριστώ ποτέ. Γιατί όσο υπάρχει εκείνη η κλωστή, εκείνο το κουμπί, εκείνη η βελόνα, υπάρχει κάπου μέσα στο σπίτι μου ένα μικρό κομμάτι από τα χέρια σου. Κι όσο υπάρχει αυτό, γιαγιά μου, δε θα πω ποτέ πως έφυγες. Θα πω μόνο πως κάπου, ανάμεσα στις κλωστές σου, μου έραψες για πάντα την αγάπη σου πάνω μου.
