Στο τώρα μου σπαράζει η αμφιθυμία μου
και το ξαπλωμένο μου είναι τυραννιέται σ’ ένα μοναχικό κρεβάτι.
Άδειασαν οι δρόμοι του μυαλού μου και περπατώ μονάχη.
Χέρια δε βρίσκω να αγκαλιάσω
και γονατίζουν οι επιθυμίες μου.
Κοιμάμαι ξύπνια σ’ έναν αγώνα υπνωτισμένο.
Παλινδρομώ στα χνάρια της επιβίωσης κι εσύ γυρεύεις αγάπη.
Από πού να σου τη μαζέψω;
Δε βλέπεις πως ο παράλυτος, γεμάτος από τα περασμένα, εαυτός μου έχει παραδοθεί;
