Η σύγκρουση δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων κατά τη διάρκεια της μεγάλης πυρκαγιάς στην Ψάθα δεν οδήγησε μόνο στην έναρξη μιας έρευνας για τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος. Έφερε ξανά στο προσκήνιο τις εξαιρετικά απαιτητικές συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν τα πληρώματα των εναέριων μέσων πυρόσβεσης, αλλά και το διαχρονικό ερώτημα για την ασφάλεια των αεροπυροσβεστικών επιχειρήσεων.
Το περιστατικό σημειώθηκε το απόγευμα της Κυριακής, όταν δύο ελικόπτερα τύπου Bell, τα οποία συμμετείχαν στην αεροπυρόσβεση της μεγάλης φωτιάς στη δυτική Αττική, συγκρούστηκαν στον αέρα και κατέπεσαν στην περιοχή της Ψάθας. Βίντεο που ήρθε στη δημοσιότητα καταγράφει τη στιγμή της σύγκρουσης, ενώ αμέσως μετά ξεκίνησε μεγάλη επιχείρηση έρευνας και διάσωσης για τον εντοπισμό των πληρωμάτων.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, ο κυβερνήτης του ενός ελικοπτέρου κατάφερε να επικοινωνήσει με το Κέντρο Επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής, αναφέροντας ότι ο συγκυβερνήτης του είχε τραυματιστεί. Παράλληλα, δυνάμεις του ΕΚΑΒ και της Πυροσβεστικής κινητοποιήθηκαν άμεσα, ενώ λίγο αργότερα εντοπίστηκε και το δεύτερο ελικόπτερο σε δύσβατη περιοχή. Μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί επίσημος απολογισμός για την κατάσταση όλων των μελών των δύο πληρωμάτων.
Μάρτυρες που βρίσκονταν στην περιοχή περιέγραψαν ότι άκουσαν έναν δυνατό θόρυβο λίγο πριν από την πτώση των δύο ελικοπτέρων. Τα εναέρια μέσα είχαν απογειωθεί από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας και επιχειρούσαν στο ίδιο πύρινο μέτωπο, πραγματοποιώντας συνεχείς ρίψεις νερού σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες.
Τι εξετάζουν οι Αρχές.
Η Ελληνική Αστυνομία έχει αναλάβει τη διερεύνηση του περιστατικού. Στο μικροσκόπιο των ερευνητών αναμένεται να βρεθούν οι επικοινωνίες των πληρωμάτων, οι καιρικές συνθήκες, η πορεία των ελικοπτέρων και κάθε τεχνικό στοιχείο που μπορεί να συμβάλει στην ανασύνθεση του δυστυχήματος. Μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα δεν αποδίδονται ευθύνες ούτε μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Οι δύσκολες συνθήκες της αεροπυρόσβεσης.
Το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο τις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν τα πληρώματα. Οι πτήσεις πραγματοποιούνται σε χαμηλό ύψος, μέσα σε καπνό, υψηλές θερμοκρασίες και περιορισμένη ορατότητα, ενώ σε μεγάλα πύρινα μέτωπα επιχειρούν ταυτόχρονα πολλά εναέρια μέσα, απαιτώντας απόλυτο συντονισμό.
Οι επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης δεν απαιτούν μόνο υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, αλλά και διαρκή εγρήγορση. Οι πιλότοι καλούνται να πραγματοποιούν επαναλαμβανόμενες ρίψεις νερού σε χαμηλό ύψος, συχνά μέσα σε πυκνό καπνό και με περιορισμένη ορατότητα, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν στην ίδια περιοχή και άλλα εναέρια μέσα. Κάθε νέα προσέγγιση απαιτεί ακρίβεια, ταχύτητα λήψης αποφάσεων και απόλυτο συντονισμό, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον φόρτο εργασίας και τη σωματική και πνευματική καταπόνηση των πληρωμάτων.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι αποστολές αεροπυρόσβεσης συγκαταλέγονται στις πιο απαιτητικές μορφές πτήσης, καθώς οι πιλότοι καλούνται να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, επιχειρώντας σε διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Σε μεγάλες πυρκαγιές, οι συνεχείς απογειώσεις, οι επαναλαμβανόμενες ρίψεις και η ανάγκη για άμεση επιστροφή στο μέτωπο αυξάνουν σημαντικά τον επιχειρησιακό φόρτο, γι’ αυτό και η σωστή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού θεωρείται βασικός παράγοντας για την ασφάλεια των πτήσεων.
Το ζήτημα της κόπωσης.
Ένα από τα ζητήματα που εξετάζονται συχνά διεθνώς μετά από αεροπορικά συμβάντα κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων αεροπυρόσβεσης είναι η πιθανή επίδραση της κόπωσης των πληρωμάτων. Η συμμετοχή σε πολύωρες αποστολές, η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες, η συνεχής ένταση και οι επαναλαμβανόμενοι ελιγμοί μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την καταπόνηση των πιλότων, ιδιαίτερα σε περιόδους με πολλαπλές ταυτόχρονες πυρκαγιές. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA) αναγνωρίζει την κόπωση ως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου στην αεροπορία, επισημαίνοντας ότι οι πολύωρες περίοδοι υπηρεσίας, οι επιχειρησιακές πιέσεις και τα απαιτητικά προγράμματα μπορούν να επηρεάσουν την εγρήγορση και, κατ’ επέκταση, την ασφάλεια των πτήσεων. Για τον λόγο αυτό προβλέπονται συγκεκριμένα όρια χρόνου πτήσης, ελάχιστες περίοδοι ανάπαυσης και διαδικασίες διαχείρισης της κόπωσης από τους φορείς εκμετάλλευσης. Στόχος των μέτρων αυτών είναι να περιορίζεται ο κίνδυνος ανθρώπινου λάθους σε επιχειρήσεις υψηλής έντασης, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει γίνει γνωστό πόσες ώρες επιχειρούσαν τα δύο συγκεκριμένα πληρώματα πριν από τη σύγκρουση ούτε αν η διάρκεια της επιχειρησιακής τους δραστηριότητας αποτελεί αντικείμενο της διερεύνησης. Ωστόσο, σε αντίστοιχες διεθνείς διερευνήσεις εξετάζονται συστηματικά στοιχεία όπως ο συνολικός χρόνος πτήσης, τα διαλείμματα ανάπαυσης, ο αριθμός των διαδοχικών αποστολών και οι συνολικές επιχειρησιακές συνθήκες, καθώς όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη απόδοση και αξιολογούνται πριν εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα.
Το αν κάποιος από αυτούς τους παράγοντες συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στο συγκεκριμένο δυστύχημα είναι κάτι που θα απαντήσει αποκλειστικά η επίσημη έρευνα. Μέχρι τότε, όμως, το περιστατικό αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τις εξαιρετικά απαιτητικές συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν καθημερινά τα πληρώματα των εναέριων μέσων πυρόσβεσης.
Η έρευνα βρίσκεται στην αρχή.
Το δυστύχημα στην Ψάθα αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα περιστατικά της φετινής αντιπυρικής περιόδου. Οι απαντήσεις για τα ακριβή αίτια αναμένονται μετά την ολοκλήρωση της έρευνας και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων. Μέχρι τότε, το δυστύχημα αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε αεροπυροσβεστική επιχείρηση βρίσκονται άνθρωποι που καλούνται καθημερινά να επιχειρούν στα όρια των δυνατοτήτων τους, αντιμετωπίζοντας ορισμένες από τις πιο απαιτητικές συνθήκες πτήσης στην αεροπορία.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
