«Ναι, θα καταγράφω». Τέσσερις λέξεις που, όταν προέρχονται από έναν υπουργό, θα έπρεπε να ανοίγουν μια πολύ σοβαρότερη συζήτηση από εκείνη που ανοίξαμε τελικά.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στο NEWS 24/7 και στη δημοσιογράφο Βίκυ Σαμαρά, υπερασπίστηκε για ακόμη μία φορά τη χρήση των έξυπνων γυαλιών της Meta, τα οποία διαθέτουν ενσωματωμένη κάμερα και μικρόφωνο. Δεν έδειξε απλώς να μην καταλαβαίνει γιατί προκλήθηκαν αντιδράσεις. Δήλωσε ξεκάθαρα ότι σκοπεύει να συνεχίσει να τα φορά στις δημόσιες εμφανίσεις του και να καταγράφει.

«Εγώ τα γυαλιά θα τα φοράω σε όλες τις δημόσιες συναθροίσεις και θα καταγράφω», είπε.

Δεν είναι και τίποτα; Κι όμως είναι και το θέμα σταματά να αφορά ένα τεχνολογικό αξεσουάρ. Δε συζητάμε για το αν μας αρέσουν τα γυαλιά, αν είναι μοντέρνα ή αν ο υπουργός δικαιούται να αγοράζει όποια συσκευή επιθυμεί. Συζητάμε για έναν υπουργό της κυβέρνησης που ανακοινώνει ότι θα κυκλοφορεί ανάμεσα στους πολίτες με μια κάμερα στο ύψος των ματιών του και θα καταγράφει όποιον βρίσκεται απέναντί του. Σαν να είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό. Σαν να αρκεί το γεγονός ότι βρίσκεται σε δημόσιο χώρο για να εξαφανίζονται αυτομάτως η ιδιωτικότητα, η συναίνεση και η προστασία των προσωπικών δεδομένων.

 

 

View this post on Instagram

 

A post shared by NEWS 24/7 (@news247gr)

 

Ο δημόσιος χώρος δεν είναι χώρος χωρίς δικαιώματα

Το βασικό επιχείρημα του υπουργού μοιάζει να είναι απλό: Αφού οι εμφανίσεις του είναι δημόσιες και υπάρχουν δημοσιογραφικές κάμερες, γιατί να μην καταγράφει και ο ίδιος; Μόνο που τα δύο πράγματα δεν είναι ίδια. Η δημοσιογραφική κάμερα είναι ορατή. Υπάρχει συνεργείο, μικρόφωνο και δημοσιογράφος. Ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε πλάνο. Υπάρχει συγκεκριμένος σκοπός, δηλαδή η ενημέρωση, υπάρχουν επαγγελματικοί κανόνες και υπάρχει ένας φορέας που φέρει την ευθύνη για τη διαχείριση και τη δημοσίευση του υλικού.

Τα γυαλιά-κάμερα, αντίθετα, μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με ένα συνηθισμένο ζευγάρι γυαλιών. Ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί τους μπορεί να μη γνωρίζει ότι καταγράφεται. Μπορεί να μη δει τη μικρή φωτεινή ένδειξη, να μην καταλάβει ότι η φωνή και το πρόσωπό του αποθηκεύονται και να μη γνωρίζει πού θα καταλήξει το σχετικό αρχείο.

Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτό; Πού αποθηκεύεται; Για πόσο καιρό διατηρείται; Χρησιμοποιείται μόνο προσωπικά ή ανεβαίνει σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Καταγράφεται και ο ήχος; Ενημερώνονται οι παρευρισκόμενοι; Μπορεί κάποιος να αρνηθεί; Και τι ακριβώς συμβαίνει όταν αυτός που κρατά την κάμερα δεν είναι ένας περαστικός, αλλά ο ίδιος ο υπουργός Υγείας; Αυτές δεν είναι υπερβολικές απορίες κάποιων που «φοβούνται την τεχνολογία». Είναι τα στοιχειώδη ερωτήματα που θα έπρεπε να τίθενται πριν ένας δημόσιος αξιωματούχος μετατρέψει τις περιοδείες του σε προσωπική βιντεοσκόπηση.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων έχει ξεκαθαρίσει ότι η αναγνωρίσιμη εικόνα ενός ανθρώπου αποτελεί προσωπικό δεδομένο και ότι η επεξεργασία υλικού από κάμερες απαιτεί συγκεκριμένο σκοπό, νόμιμη βάση και διαφάνεια. Το γεγονός ότι κάποιος βρίσκεται στον δρόμο ή συμμετέχει σε μια δημόσια συγκέντρωση δε σημαίνει ότι παραιτείται από κάθε δικαίωμά του.

 

Ένας υπουργός δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χρήστης

Υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως σημαντικότερο. Η σχέση ανάμεσα σε έναν υπουργό και έναν πολίτη δεν είναι ισότιμη. Ένας εργαζόμενος νοσοκομείου που θέλει να διαμαρτυρηθεί για τις ελλείψεις μπορεί να διστάσει να μιλήσει, όταν ξέρει ότι ο υπουργός απέναντί του τον καταγράφει. Ένας γιατρός μπορεί να φοβηθεί ότι μια αυθόρμητη κουβέντα θα απομονωθεί και θα ανέβει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένας ασθενής μπορεί να βρεθεί μέσα σε ένα πλάνο χωρίς να έχει συναινέσει. Ένας διαδηλωτής μπορεί να μη θέλει το πρόσωπό του να βρίσκεται αποθηκευμένο στη συσκευή ή στα αρχεία ενός κυβερνητικού στελέχους.

Η κάμερα δεν καταγράφει μόνο εικόνες. Επηρεάζει και τη συμπεριφορά όσων γνωρίζουν ή υποψιάζονται ότι μπορεί να καταγράφονται. Τους κάνει πιο προσεκτικούς, πιο συγκρατημένους και τελικά πιο σιωπηλούς. Ιδιαίτερα σε επισκέψεις σε νοσοκομεία, το θέμα γίνεται ακόμη σοβαρότερο. Ένα βίντεο μπορεί να αποκαλύψει ότι κάποιος βρίσκεται σε μια μονάδα υγείας, να καταγράψει ασθενείς ή συνομιλίες και να αγγίξει δεδομένα που συνδέονται με την υγεία. Αντίστοιχα, η καταγραφή μιας διαμαρτυρίας μπορεί να αποκαλύπτει πολιτικές ή συνδικαλιστικές θέσεις. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός αντιμετωπίζει τόσο τα δεδομένα υγείας όσο και εκείνα που αποκαλύπτουν πολιτικές απόψεις ως ιδιαίτερα ευαίσθητες κατηγορίες προσωπικών δεδομένων.

 

Τι θα συνέβαινε σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα;

Δε χρειάζεται να παρουσιάζουμε την υπόλοιπη Ευρώπη ως έναν θεσμικό παράδεισο όπου κανένας υπουργός δεν αυθαιρετεί. Υπάρχει, όμως, ένα εύλογο ερώτημα: Τι θα συνέβαινε εάν ένας υπουργός στη Γαλλία, στη Γερμανία ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα ανακοίνωνε πως θα πηγαίνει σε νοσοκομεία και συγκεντρώσεις φορώντας γυαλιά-κάμερα και θα καταγράφει τον κόσμο;

Πιθανότατα, η συζήτηση δε θα τελείωνε με ένα «δεν καταλαβαίνω γιατί έγινε τόση φασαρία». Θα ζητούνταν σαφείς απαντήσεις από την αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων και από την κυβέρνηση. Θα έπρεπε να εξηγηθεί ποιος είναι ο σκοπός της καταγραφής, ποια είναι η νομική της βάση, πού διατηρείται το υλικό, ποιος έχει πρόσβαση και με ποιον τρόπο ενημερώνονται οι πολίτες.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η CNIL, έχει ήδη προειδοποιήσει ειδικά για τα έξυπνα γυαλιά. Έχει επισημάνει ότι μπορούν να καταγράφουν σχεδόν αόρατα την εικόνα και τη φωνή τρίτων και ότι δημιουργούν κίνδυνο μιας διάχυτης, μόνιμης επιτήρησης, η οποία μπορεί να επηρεάσει την ελευθερία της έκφρασης, της συνάθροισης και της διαδήλωσης. Η ίδια συνιστά στους χρήστες να ενημερώνουν τους ανθρώπους γύρω τους και να εξασφαλίζουν τη συναίνεσή τους πριν δημοσιεύσουν υλικό στο οποίο εμφανίζονται.

Επομένως, σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ένας υπουργός που θα επέμενε δημόσια ότι «θα καταγράφει» δε θα αντιμετωπιζόταν απλώς ως ένας ενθουσιώδης χρήστης ενός νέου gadget. Θα βρισκόταν αντιμέτωπος με θεσμικό έλεγχο και θα καλούνταν να αποδείξει ότι η πρακτική του είναι συμβατή με τη νομοθεσία και τη θέση που κατέχει. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν θα οδηγούνταν σε παραίτηση. Μπορούμε, όμως, να θεωρήσουμε σχεδόν βέβαιο ότι δε θα αρκούσε η προσωπική του διαβεβαίωση πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

 

Το πιο ανησυχητικό είναι η νοοτροπία

Η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη είναι προβληματική όχι μόνο για όσα λέει, αλλά και για τον τόνο με τον οποίο τα λέει. Το «θα τα φοράω και θα καταγράφω» ακούγεται περισσότερο σαν επίδειξη ισχύος παρά σαν υπεύθυνη απάντηση ενός υπουργού απέναντι σε μια σοβαρή θεσμική ένσταση. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι ο δημόσιος αξιωματούχος αποφασίζει μόνος του πότε, πώς και ποιον θα καταγράψει. Ότι ο πολίτης οφείλει να αποδεχτεί την κάμερα επειδή βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Και ότι όποιος αντιδρά απλώς «είναι νεάντερταλ».

Δεν είναι, όμως, δουλειά των υπουργών να περπατούν ανάμεσα στους πολίτες καταγράφοντάς τους. Είναι δουλειά τους να τους ακούν. Να δέχονται την κριτική τους χωρίς να τους κάνουν να αισθάνονται ότι κάθε λέξη και κάθε αντίδρασή τους μπορεί να μετατραπεί σε αρχείο ή σε βίντεο για πολιτική χρήση.

Η τεχνολογία μπορεί να αλλάζει γρηγορότερα από τους νόμους και τις κοινωνικές μας συνήθειες. Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε δυνατότητα μιας συσκευής πρέπει να γίνεται αυτομάτως αποδεκτή. Πολύ περισσότερο όταν εκείνος που φορά τη συσκευή έχει θεσμική εξουσία και εκείνος που βρίσκεται απέναντί του είναι ένας εργαζόμενος, ένας ασθενής ή ένας πολίτης που διαμαρτύρεται.

Γιατί η πραγματικά δυστοπική εικόνα είναι μια κοινωνία που βλέπει αυτή την εικόνα, ακούει το «θα καταγράφω» και αρχίζει σιγά σιγά να τη θεωρεί φυσιολογική.