Υπήρχε μια εποχή που, όταν φερόσουν άσχημα, υπήρχε τουλάχιστον η πιθανότητα να το πεις με το όνομά του. «Έκανα μαλ@κία». «Ήμουν άδικος». «Δεν φέρθηκα σωστά». Σήμερα έχουμε πολύ καλύτερο λεξιλόγιο. Τόσο καλύτερο, που μερικές φορές καταφέρνουμε να κάνουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα και να ακουγόμαστε και ψυχολογικά εξελιγμένοι από πάνω.
Δεν εξαφανίζεσαι χωρίς εξήγηση. «Προστατεύεις την ενέργειά σου». Δεν αποφεύγεις μια δύσκολη συζήτηση. «Βάζεις όρια». Δεν αρνείσαι να ακούσεις κάτι που δεν σου αρέσει. «Δεν επιτρέπεις αρνητικότητα στη ζωή σου». Και κάπως έτσι μια ολόκληρη γλώσσα που δημιουργήθηκε για να μας βοηθήσει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας άρχισε, σε ορισμένα χέρια, να λειτουργεί σαν έξοδος κινδύνου με therapy vocabulary.
Το πρόβλημα δεν είναι τα όρια. Τα όρια είναι απαραίτητα. Ούτε η αυτοφροντίδα, ούτε η ψυχική υγεία, ούτε το να απομακρύνεσαι από ανθρώπους και καταστάσεις που σε βλάπτουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάθε δυσφορία βαφτίζεται «τοξικότητα» και κάθε απαίτηση για λογοδοσία «παραβίαση ορίων».
Γιατί δεν είναι boundary κάθε πόρτα που κλείνεις. Μερικές φορές απλώς έφυγες πριν χρειαστεί να απολογηθείς.
Υπάρχει κάτι εντυπωσιακά βολικό στο να χρησιμοποιείς σωστές λέξεις για λάθος λόγους. Αν πεις «δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό γιατί δεν με συμφέρει», ακούγεται κάπως άσχημο. Αν πεις «δεν έχω χώρο για αυτή την ενέργεια», ξαφνικά μοιάζει σαν να έκανες και εσωτερική δουλειά.
Και κάπου εκεί η ψυχολογική ορολογία παύει να είναι εργαλείο και γίνεται branding. Δεν είσαι απότομος· είσαι «direct». Δεν είσαι αδιάφορος· είσαι «emotionally detached». Δεν κάνεις silent treatment· «χρειάζεσαι χρόνο να ρυθμίσεις το νευρικό σου σύστημα». Η συμπεριφορά παραμένει ίδια. Απλώς απέκτησε καλύτερο caption.
Το ενδιαφέρον είναι ότι έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε με εντυπωσιακή ταχύτητα τα patterns των άλλων. Gaslighting. Narcissism. Avoidant attachment. Manipulation. Trauma response. Emotional unavailability. Έχουμε λέξη σχεδόν για τα πάντα. Εκτός ίσως από τη στιγμή που πρέπει να πούμε το πιο αντιδημοφιλές πράγμα του σύγχρονου λεξιλογίου: «Ναι, εδώ φταίω εγώ».
Η ψυχολογική ορολογία μάς έδωσε εξαιρετικές λέξεις για να περιγράψουμε τη συμπεριφορά των άλλων και εντυπωσιακά λίγες για να αναλάβουμε τη δική μας.
Κι όμως, η πραγματική αυτογνωσία δεν είναι να ξέρεις πώς λέγεται αυτό που σου έκαναν. Είναι και να μπορείς να αναγνωρίζεις τι κάνεις εσύ όταν φοβάσαι, όταν θυμώνεις, όταν νιώθεις εκτεθειμένος ή όταν απλώς δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος.
Το «προστατεύω την ηρεμία μου» μπορεί να είναι μια απολύτως υγιής απόφαση. Μπορεί όμως να είναι και ένας πολύ κομψός τρόπος να πεις «δεν θέλω να αντιμετωπίσω τις συνέπειες της συμπεριφοράς μου». Η διαφορά δεν βρίσκεται πάντα στη φράση. Βρίσκεται στο τι προηγήθηκε.
Αν κάποιος σε προσβάλλει επανειλημμένα, το να απομακρυνθείς είναι όριο. Αν εσύ τον πλήγωσες και εξαφανίζεσαι μόλις ζητήσει εξήγηση, αυτό δεν γίνεται ξαφνικά self-care επειδή το έγραψες στα αγγλικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με το «δεν χρωστάω εξηγήσεις σε κανέναν». Σωστά. Δεν χρωστάς αναφορά για κάθε επιλογή σου. Αλλά το ότι δεν χρωστάς πρόσβαση στη ζωή σου δεν σημαίνει ότι δεν χρωστάς ποτέ συνέπεια, ευγένεια ή ευθύνη στους ανθρώπους που επέλεξες να βάλεις μέσα της.
Η αυτοπροστασία χωρίς αυτοκριτική είναι πολύ εύκολο να μετατραπεί σε αυτοδικαίωση. Και η αυτοδικαίωση είναι υπέροχη, γιατί σου επιτρέπει να βγαίνεις από κάθε ιστορία με τον ίδιο ρόλο: τον άνθρωπο που «έκανε ό,τι χρειαζόταν για τον εαυτό του».
Το πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές και ο άλλος χρειάστηκε να προστατευτεί. Από εσένα.
Κανείς δεν λέει να επιστρέψουμε στην εποχή του «άντεξε τα πάντα». Τα όρια, η απομάκρυνση και η αυτοπροστασία είναι απαραίτητα. Αλλά η ίδια γλώσσα χάνει το νόημά της όταν χρησιμοποιείται για να μας απαλλάξει από κάθε δυσάρεστη αλήθεια για τον εαυτό μας. Γιατί το healing δεν είναι πάντα να απομακρύνεσαι. Μερικές φορές είναι να μένεις στη συζήτηση αρκετά ώστε να ακούσεις ότι πλήγωσες κάποιον.
Μερικές φορές το πιο υγιές boundary δεν είναι αυτό που βάζεις στους άλλους. Είναι αυτό που βάζεις στον ίδιο σου τον εγωισμό.
Και ίσως τελικά η αυτογνωσία να μην φαίνεται στο πόσους όρους ξέρεις. Φαίνεται στο αν, όταν χρειαστεί, μπορείς ακόμη να πεις μια πολύ παλιά, πολύ απλή και καθόλου glamorous φράση:
«Έκανα μαλακία. Συγγνώμη.»
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
