Από μικρή ηλικία, η ζωή μοιάζει να έχει μια περίεργη εμμονή με τις πρώτες φορές. Η πρώτη μέρα στο σχολείο, η πρώτη φίλη, το πρώτο πάρτι, το πρώτο φιλί, η πρώτη σχέση, η πρώτη δουλειά. Υπάρχει πάντα κάποιος να πει τι πρέπει να περιμένει κανείς, πώς να προετοιμαστεί, τι να προσέξει. Ακόμη και για την πρώτη μέρα στη δουλειά υπάρχουν οδηγίες. Με εξαίρεση, όμως, την τελευταία ημέρα. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα.
Κανείς δεν εξηγεί πώς είναι η τελευταία μέρα στο σχολείο. Πώς μοιάζει η τελευταία φορά που θα καθίσει κάποιος στο ίδιο θρανίο με ανθρώπους που κάποτε θεωρούσε δεδομένους. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο για την τελευταία αγκαλιά ενός ανθρώπου, για το τελευταίο «θα τα πούμε», για το τελευταίο βράδυ σε ένα σπίτι που κάποτε έμοιαζε με ολόκληρο τον κόσμο.
Ίσως επειδή οι τελευταίες φορές δεν μοιάζουν ποτέ με τελευταίες. Και αυτό είναι το παράξενο.
Την ώρα που συμβαίνουν, συνήθως δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο σημάδι στον ουρανό. Δεν ακούγεται μουσική υπόκρουση, δεν εμφανίζεται μια ταμπέλα που να γράφει «προσοχή, αυτή είναι η τελευταία φορά». Η ζωή συνεχίζει κανονικά. Κάποιος κλείνει την πόρτα, κάποιος στέλνει ένα μήνυμα, κάποιος λέει «τα λέμε αύριο» και κανείς δεν ξέρει ότι μπορεί να μην υπάρξει αύριο με τον ίδιο τρόπο.
Κάποια στιγμή, χωρίς καν να το καταλάβει, ένας άνθρωπος σταματά να περιμένει εκείνο το μήνυμα. Όχι επειδή αποφάσισε απαραίτητα πως δεν τον ενδιαφέρει πια, αλλά επειδή η αναμονή κουράστηκε πριν από εκείνον.
Κάποια άλλη στιγμή, μιλά για έναν άνθρωπο σε παρελθοντικό χρόνο, ενώ εκείνος είναι ακόμη ζωντανός. Όχι επειδή πέθανε, αλλά επειδή τελείωσε η θέση που είχε στη ζωή του. Και αυτό ίσως είναι από τα πιο παράξενα πράγματα που καλείται να διαχειριστεί ένας ενήλικας: να αποχαιρετά ανθρώπους που συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εκεί έξω.
Υπάρχουν σχέσεις που δεν τελειώνουν με έναν μεγάλο καβγά. Δεν υπάρχει πάντα μια τελευταία κουβέντα γεμάτη ένταση, ένα θεαματικό φινάλε ή κάποιος που χτυπά την πόρτα και φεύγει. Μερικές φορές απλώς μειώνονται οι συζητήσεις, αραιώνουν οι συναντήσεις, αλλάζουν οι ανάγκες και κάποια στιγμή δύο άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι δεν περπατούν πια προς την ίδια κατεύθυνση.
Και κάπως έτσι, μια σχέση μπορεί να έχει τελειώσει πριν προλάβει κάποιος να το ανακοινώσει επισήμως. Έτσι συμβαίνει και με τα όνειρα. Υπάρχουν πράγματα που κάποτε ήθελε πολύ ένας άνθρωπος και σήμερα δεν τα θέλει καθόλου. Υπάρχει η δουλειά που κάποτε θεωρούσε όνειρο και τώρα τον κάνει να κοιτάζει το ρολόι κάθε δέκα λεπτά. Υπάρχει η πόλη που κάποτε ήθελε να κατακτήσει και πλέον του φαίνεται απλώς ένα μέρος από το οποίο θέλει να φύγει.
Και υπάρχει και ο ίδιος, γιατί κάθε άνθρωπος, στην πραγματικότητα, έχει ήδη αποχαιρετήσει πολλές εκδοχές του εαυτού του. Εκείνον που φοβόταν να μιλήσει. Εκείνον που ανεχόταν περισσότερα απ’ όσα του άξιζαν. Εκείνον που πίστευε πως μια συγκεκριμένη σχέση θα κρατούσε για πάντα. Εκείνον που είχε άλλες προτεραιότητες, άλλα όνειρα και ίσως εντελώς διαφορετική εικόνα για το μέλλον.
Μόνο που κανείς δεν του έμαθε να πενθεί αυτές τις εκδοχές. Όλοι μιλούν για την εξέλιξη σαν κάτι όμορφο και φωτεινό, όμως κάθε αλλαγή έχει μέσα της και έναν μικρό αποχαιρετισμό. Για να γίνει κάποιος αυτός που είναι σήμερα, χρειάστηκε να πάψει να είναι κάποιος άλλος. Και όσο κι αν αυτό ακούγεται απλό, δεν είναι πάντα εύκολο.
Ίσως, τελικά, η ενηλικίωση να μην είναι μόνο το να μαθαίνει κανείς πώς να ξεκινά. Είναι και το να μαθαίνει πώς να αναγνωρίζει πότε κάτι τελείωσε. Να μην κρατά μια πόρτα ανοιχτή μόνο και μόνο επειδή φοβάται τι υπάρχει στην άλλη πλευρά. Να μπορεί να πει «ήταν όμορφο όσο κράτησε» χωρίς να θεωρεί ότι απέτυχε. Να καταλαβαίνει πως ένα τέλος δεν ακυρώνει όσα προηγήθηκαν.
Γιατί μια τελευταία φορά δε σημαίνει απαραίτητα πως κάτι πήγε στραβά. Μπορεί απλώς να σημαίνει πως έκανε τον κύκλο του. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο απελευθερωτικό μάθημα: ότι η ζωή δεν αποτελείται μόνο από όσα αρχίζουν. Αποτελείται και από όσα τελειώνουν αθόρυβα, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς χειροκρότημα και χωρίς να ζητήσουν την άδειά μας.
Το ζητούμενο δεν είναι να ξέρει κανείς ποια θα είναι η τελευταία φορά. Αυτό μάλλον δε γίνεται. Είναι να μάθει να είναι λίγο περισσότερο παρών στις φορές που έχει τώρα. Γιατί κάποτε, χωρίς να το καταλάβει, μια συνηθισμένη Τρίτη μπορεί να αποδειχθεί η τελευταία φορά που έκανε κάτι που κάποτε θεωρούσε δεδομένο.
Και τότε ίσως κοιτάξει πίσω και καταλάβει πως δε χρειαζόταν να ξέρει ότι ήταν το τέλος. Χρειαζόταν μόνο να το έχει ζήσει λίγο πιο συνειδητά, γιατί η ζωή δεν μας υπόσχεται ότι θα γνωρίζουμε πότε κάτι τελειώνει. Μας δίνει, όμως, πάντα την ευκαιρία να αφήσουμε χώρο για αυτό που θα έρθει μετά.
