Η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να σε προσγειώνει. Από το πουθενά, σε κάτι τυπικές, απλές στιγμές, σε κάτι εξετάσεις ρουτίνας. Εκεί ακριβώς που δεν το περιμένεις, σε αναγκάζει, έστω και για λίγο, να βάλεις στην μπάντα όλα όσα λίγες ώρες πριν έμοιαζαν τεράστια και έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Ας πούμε ότι μια τέτοια στιγμή ήρθε μέσα σε ένα άσπρο δωμάτιο ιατρού, δύο επί τρία — ξαπλωμένη σε ένα ιατρικό κρεβάτι, να κοιτάω το ταβάνι.
Μια τυπική εξέταση. Τίποτα το τρομερό, τίποτα που θεωρητικά θα μπορούσε να με κάνει να δω τη ζωή αλλιώς. Μια εξέταση ρουτίνας που επαναλαμβάνω ανά έξι μήνες. Από αυτές που κάνουμε σαν αγγαρεία και λέμε στον εαυτό μας «θα πάω, θα τελειώσω και θα γυρίσω γρήγορα στο γραφείο, γιατί αργοπεθαίνω στη δουλειά». Κι όμως, αυτά τα δύο λεπτά μέχρι να μου ανακοινώσει τα αποτελέσματα έμοιαζαν αιώνες, με χίλιες και μία σκέψεις να περνάνε από το κεφάλι μου.
Και τώρα, αν τα πράγματα δεν είναι όπως πρέπει να είναι; Αν έρθει όλη η ζωή μου τούμπα; Πόσα πράγματα άραγε θα αλλάξουν και πόση αξία θα έχουν πλέον όλα αυτά που μέχρι πριν λίγο με απασχολούσαν; Κάπου ανάμεσα στο ταβάνι που με κοίταζε κι εμένα να το κοιτάω και στην άκρη του ματιού μου που έπιανε τον γιατρό να κοιτάζει την οθόνη, εξαφανίστηκε κάθε άγχος και τύψη που είχα επειδή έφυγα τρέχοντας από το γραφείο — μιας και η δουλειά, και καλά, δεν μπορεί να περιμένει. Και κάπως έτσι ξαναθυμήθηκα πως τίποτα από όλα όσα μας καταναλώνουν καθημερινά δεν έχει πραγματικά αξία, εάν δεν έχουμε την υγεία μας.
Λίγο πριν μπω σε αυτή την εξέταση, σκεφτόμουν αν όντως έπραξα καλά που ζήτησα να φύγω και να έρθω στο ραντεβού μου. Ξέρεις… μήπως δεν έπρεπε; Μήπως είναι αντιεπαγγελματικό; Μήπως έπρεπε να το προγραμματίσω για άλλη μέρα ή άλλη ώρα; Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι λίγα λεπτά πριν ένιωθα ενοχές επειδή τόλμησα να βάλω τον εαυτό μου και την υγεία μου πάνω από τη δουλειά μου. Λες και θα υπάρχει δουλειά χωρίς αυτήν. Άραγε πόσες φορές το κάνουμε αυτό ασυναίσθητα;
Ζούμε μέσα στο άγχος για το mail που δεν απαντήσαμε στο δευτερόλεπτο, για μια προθεσμία που εκκρεμεί, για το αν είπαμε τα πράγματα σωστά σε μια συνάντηση, για το αν πάλι κάποιος παρεξήγησε τον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά μας, για το ποιος δεν μας μίλησε ή δεν μας διάλεξε. Για τα λεφτά που κυνηγάμε, για τη δουλειά και την προαγωγή που περιμένουμε πώς και πώς, λες και θα στραβώσει το σύμπαν χωρίς αυτήν. Για τα δύο κιλά που πήρες στις διακοπές, τα σχέδια του Σαββατοκύριακου που στράβωσαν, τους ανθρώπους που εξαφανίστηκαν, τις σχέσεις που δεν είδαν ποτέ το φως ή δεν ήρθαν όπως τις σχεδιάζαμε. Για μικροπράγματα που, στην παρούσα στιγμή, μπορούν να μας χαλάσουν ολόκληρη τη μέρα. Ακόμη και την εβδομάδα.
Και όλα αυτά μέχρι να βρεθείς σε μια καρέκλα ιατρείου, περιμένοντας να ακούσεις: «Όλα καλά. Μην ανησυχείς». Και ξαφνικά αυτή η λίστα μικραίνει. Ξεχνάς προθεσμίες, mails, ποιος θύμωσε μαζί σου, πόση δουλειά έχει μείνει για αύριο, την προαγωγή που κυνηγάς σαν τρελός, τα προβλήματα που τελικά δεν είναι προβλήματα, τις ευκαιρίες που δήθεν πήγαν χαμένες και κάθε μικρό θέμα που μπορούσε μέχρι χθες να σε κρατήσει ξύπνιο το βράδυ. Δύο λέξεις μόνο. «Όλα καλά». Και κάπου εκεί με βάρεσε μια σκέψη που ίσως οφείλουμε να κάνουμε όλοι λίγο πιο συχνά. Άραγε πόσο τυχεροί είμαστε όταν τα προβλήματά μας δεν είναι πραγματικά προβλήματα, αλλά προβληματισμοί που λύνονται;
Πόσο μεγάλη πολυτέλεια είναι να γκρινιάζουμε για τη δουλειά που έχουμε, επειδή η υγεία μας μάς επιτρέπει να εργαζόμαστε. Να εκνευρίζεσαι επειδή άργησες, απλά και μόνο επειδή μπορείς να σηκωθείς και να τρέξεις για να προλάβεις. Να στεναχωριέσαι για έναν άνθρωπο που δεν σε αγάπησε όπως σου αξίζει, επειδή η καρδιά σου χτυπάει ακόμη και μπορεί να αγαπήσει ξανά. Κι όμως, ξυπνάμε το πρωί και, αντί να σκεφτούμε «είμαι καλά», γκρινιάζουμε για όλα όσα δεν πάνε όπως τα σχεδιάσαμε. Ψάχνουμε τι μας λείπει πριν προλάβουμε να εκτιμήσουμε όλα όσα έχουμε.
Ίσως τελικά να μη χρειάζεται να περιμένουμε εκείνα τα δύο λεπτά μέσα σε ένα άσπρο δωμάτιο για να θυμηθούμε τι έχει πραγματικά αξία. Ας αγχωνόμαστε, λοιπόν, λίγο λιγότερο για πράγματα που μέχρι αύριο μπορεί να έχουμε ξεχάσει και ας εκτιμάμε λίγο περισσότερο όλα όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα. Γιατί, καμιά φορά, το «όλα καλά» που προσπερνάμε τόσο εύκολα είναι τελικά όλα όσα χρειαζόμαστε.
