Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τελικά ανήκουμε στην τελευταία γενιά που πρόλαβε να ζήσει την πραγματική ανεμελιά. Ανήκω κι εγώ στη γενιά του 1990+, στη γενιά του «30 και κάτι» ή του «30 παρά κάτι». Ίσως στην τελευταία γενιά που μεγάλωσε τρέχοντας πάνω κάτω στις αλάνες, κάνοντας 150 γύρους το τετράγωνο με το ποδήλατο. Εκείνο το ποδήλατο που, όταν μας το χάρισαν, ήταν λες και άλλαξε ολόκληρος ο κόσμος μας.

Η γενιά που μεγάλωσε χωρίς ηλεκτρονικά και χωρίς ένα μαραφέτι συνεχώς στο χέρι. Που ανυπομονούσε πώς και πώς να μαζευτεί με όλα τα ξαδέρφια στην αυλή της γιαγιάς, μαζί με όλη την υπόλοιπη γειτονιά, για κρυφτό, κυνηγητό ή μπάλα. Τι κι αν ήμουν το κορίτσι της παρέας; Τα γόνατά μου ήταν μια ζωή γρατζουνισμένα και όλο προσπαθούσα να τα κρύψω για να μην τα δει η γιαγιά και μας μαλώσει. Και μάλλον η καλύτερη στιγμή της ημέρας ήταν εκείνη που έβγαινε από την κουζίνα με μια ζεστή πάστα φλώρα στο χέρι.

Μάλλον, λοιπόν, όντως είμαστε η τελευταία γενιά που έζησε την πραγματική ανεμελιά. Ξέρεις, εκείνη την απλή, αυθόρμητη ανεμελιά που απλώς υπήρχε. Δίχως φίλτρα και δίχως μια οθόνη να καταγράφει τα πάντα. Και όπως φαίνεται, δεν υπήρχε και λόγος να καταγράφονται όλα. Κάποια πράγματα γράφτηκαν καλύτερα στη μνήμη μας.

Μεγαλώσαμε σε μια εποχή όπου το «πάω μια βόλτα» σήμαινε εξαφανίζομαι για λίγες ώρες χωρίς κινητό και επιστρέφω με το που βραδιάσει. Ή πάλι περιμέναμε να ακούσουμε τη φωνή της μάνας μας να φωνάζει: «Ελάτε να φάτε, φτάνει πια το παιχνίδι». Και εμείς απαντούσαμε «άλλα πέντε λεπτά», λες και ήταν ποτέ αρκετά. Και φυσικά γυρνούσαμε μετά από μισή ώρα. Αυτή η τελευταία γενιά που έπαιξε σε κάθε αυλή και δρόμο που είχε η γειτονιά και γυρνούσε σπίτι πάντα με λερωμένα ρούχα και γρατζουνιές. Δεν ψάχναμε ποτέ τρόπο να σκοτώσουμε την ώρα μας σε κάποιο ηλεκτρονικό. Ίσα ίσα, η ώρα δεν ήταν ποτέ αρκετή.

Μπορεί να μην έχουμε χιλιάδες φωτογραφίες από αυτές τις στιγμές, αλλά κάπως μαγικά αυτές οι στιγμές είναι λίγο πιο ζωντανές μέσα μας. Κάθε μυρωδιά, κάθε φωνή, κάθε μέρος μάς θυμίζει κάτι. Ατελείωτα καλοκαίρια με τη γιαγιά και τον παππού, που κάθε χρόνο ανυπομονούσαμε να έρθουν πώς και πώς. Γιατί, ως γνωστόν, εκείνοι δε μας έλεγαν ποτέ όχι. Μέρες που έμοιαζαν με ολόκληρες εβδομάδες, με το μεγαλύτερό μας πρόβλημα να είναι πού θα βρούμε κλαδιά και πέτρες για να φτιάξουμε κάστρο και τι παιχνίδι θα σκαρφιστούμε μετά. Και με έναν τρόπο μαγικό είχαμε τη λύση για όλα. Και αν διψάγαμε το λάστιχο στην αυλή έμοιαζε με την χρυσή πηγή.

Ένας κόσμος χωρίς ίντερνετ, χωρίς να περιμένουμε μήνυμα για να συναντηθούμε. Ραντεβού κανονισμένα από πριν, χωρίς επιβεβαιώσεις, χωρίς το «πού είσαι;» κάθε πέντε λεπτά. Και κάπως όλοι βρισκόμασταν. Και μετά βρεθήκαμε στην άλλη άκρη. Ένα πριν και ένα μετά. Όλα πλέον είναι ένα μήνυμα και μια αναζήτηση στο διαδίκτυο μακριά. Όλος ο κόσμος χωράει σε μια οθόνη, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι πως τότε, που είχαμε λιγότερα, νιώθαμε πως είχαμε περισσότερα. Ίσως όντως αυτή να είναι η μεγαλύτερή μας τύχη. Ζήσαμε στιγμές και κάναμε πράγματα απλά για να τα κάνουμε. Όχι για να ανέβουν κάπου, όχι για να τα δει κάποιος, όχι για να αποδείξουμε ότι περνάμε καλά.

Και κάπως έτσι υπάρχει ακόμα κάπου μέσα μας εκείνο το παιδί που ήξερε να περνάει καλά με τα απλά και με τα λίγα. Το παιδί που έφτιαχνε έναν ολόκληρο κόσμο από το τίποτα. Που δεν έψαχνε την τέλεια στιγμή για να την αποθανατίσει, γιατί ήταν πολύ απασχολημένο με το να τη ζει. Ίσως αυτό που μας λείπει πραγματικά να μην είναι η ίδια η εποχή, αλλά η ξεγνοιασιά και η ανεμελιά της. Η εκδοχή του εαυτού μας που έτρεχε στα πάρκα να παίξει μέχρι να σουρουπώσει. Που ήταν χαρούμενη με τα απλά. Που δε βιαζόταν να μεγαλώσει και δε μετρούσε στιγμές και συναισθήματα πίσω από μια οθόνη.

Ζούσε το τώρα, χωρίς τόσες σκέψεις για το μετά.

Και εύχομαι, όσο κι αν αλλάξει ο κόσμος και όσο κι αν μεγαλώσουμε, να βρίσκουμε πάντα έναν τρόπο να επιστρέφουμε λίγο εκεί. Όχι απαραίτητα στις ίδιες αυλές, στους ίδιους δρόμους ή στα ίδια καλοκαίρια, γιατί αυτά ανήκουν πια στις αναμνήσεις μας. Αλλά σε εκείνη την αίσθηση. Να γελάμε χωρίς λόγο. Να χαιρόμαστε με τα λίγα. Να αφήνουμε για λίγο στην άκρη όλα όσα μας βαραίνουν. Να θυμόμαστε πού και πού εκείνο το παιδί που κάποτε ήμασταν. Γιατί μπορεί η ανεμελιά να μη χάθηκε ποτέ πραγματικά. Ίσως απλά μεγαλώνοντας ξεχάσαμε τον δρόμο για να τη βρούμε.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου