Καλοκαίρι σημαίνει θ(έρως). Μακάρι όλη μας η ζωή να ήταν ένα καλοκαίρι και να πεθαίναμε από έρωτα. Ένα νησί, ένα φεγγάρι, ένα φιλί, μια αγκαλιά. Ίσως γι’ αυτό να λαχταράμε τόσο πολύ το καλοκαίρι. Γιατί καλοκαίρι και να πάθεις έρωτα, και τι στον κόσμο. Μόνο που το καλοκαίρι έχει ένα περίεργο ταλέντο να σε γυρίζει πίσω. Ίσως να φταίνε τα μέρη. Εκείνο το νησί που κάποτε επισκεφθήκατε παρέα, η παραλία που πήγατε για βραδινό μπάνιο και σας βρήκε το ξημέρωμα αγκαλιά, το παγκάκι πλάι στο κύμα που καθίσατε και σου εκμυστηρεύτηκε ότι, όσος καιρός κι αν περάσει, θα είσαι ο μεγάλος έρωτας που δεν κατάφερε να ξεπεράσει, τα ίδια τραγούδια που παίζουν ξανά και ξανά, λες και κάποιος βάλθηκε να σου θυμίσει ξανά όλα όσα πάλεψες να ξεχάσεις τον χειμώνα.

Επιστροφή στα χωριά μας, στα νησιά μας, στις πόλεις που μεγαλώσαμε, στα μέρη που κάποτε ζήσαμε κάτι πολύ. Και μαζί με εμάς επιστρέφουν κι εκείνοι. Οι παλιές μας ιστορίες. Αυτές που, όσοι χειμώνες κι αν περάσουν, δεν ξεθωριάζουν εντελώς. Και όσο κι αν επιθυμείς να αποφύγεις παλιές συναναστροφές, όλο και κάτι που πάλεψες να αφήσεις πίσω θα βρει τον τρόπο να ξανατρυπώσει στη ζωή σου και να σταθεί πάλι μπροστά σου. Ίσως βαθιά μέσα σου να ήλπιζες. Ξέρεις, εκείνο το βράδυ, λίγο πριν ετοιμαστείς, το σκέφτηκες. Λες; Μπα, δεν νομίζω. Μπορεί να κοίταξες λίγο περισσότερο γύρω σου με το που μπήκες στο μαγαζί που κάποτε σύχναζε. Μπορεί πάλι να αναρωτήθηκες τι να κάνει, αν έχει αλλάξει, αν θα βρίσκεται κι εκείνος εδώ φέτος και αν υπάρχει πιθανότητα να πέσεις απάνω του.

Ένα βλέμμα αρκεί. Οι παλμοί σου χτυπούν και πάλι με χίλια το λεπτό. Οι πεταλούδες που ορκιζόσουν ότι δεν θα ξανανιώσεις κόβουν πάλι βόλτες στο στομάχι σου. Και ξαφνικά, από κουλ και άνετος, δεν ξέρεις τι να κάνεις. Πού να κοιτάξεις, τι να πεις, πώς να χαιρετήσεις, πώς να χαμογελάσεις φυσιολογικά. Ένα βλέμμα τριών δευτερολέπτων, που πίσω του χωράει καλοκαίρια, μήνες και χρόνια ολόκληρα. Το πρώτο φιλί. Η πρώτη φορά που ανταλλάξατε εκείνο το πρωινό «καλημέρα». Μηνύματα μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Σχέδια που δεν βρήκαν ποτέ το φως του ήλιου. Και όνειρα. Πολλά όνειρα. Λες και ήταν αυτονόητο τότε ότι ο ένας θα υπάρχει για πάντα στη ζωή του άλλου. Και μέσα στο ίδιο βλέμμα χώρεσε και το τέλος. Ένα τέλος που ίσως δεν κατάλαβες ποτέ γιατί ήρθε. Αμηχανία. Άραγε ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση για το απλό «γεια, τι κάνεις;».

Χαμογελάει ακόμη με τον ίδιο τρόπο. Η ίδια χροιά στη φωνή του όταν προφέρει το όνομά σου. Η ίδια οικειότητα, λες και τα πίνατε παρέα μόλις χθες το βράδυ. Το ίδιο αμήχανο χάδι. Κι ένα βλέμμα γεμάτο νοσταλγία και μια σιωπηλή απορία για το πώς γίνεται να μας ήρθαν τα πράγματα τόσο διαφορετικά απ’ όσο κάποτε τα σχεδιάζαμε. Και εκεί περνάς στην επικίνδυνη πίστα. Κάτω από το φως του φεγγαριού και το αεράκι του Αυγούστου, τα πράγματα μοιάζουν αλλιώτικα. Λιγότερες άμυνες, λίγο περισσότερο ποτό και μια νοσταλγία που μετατρέπει το παρελθόν σε κάτι πολύ πιο ρομαντικό από όσο ήταν πραγματικά. Μια συζήτηση που κράτησε πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζες. Μερικές λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, μια καρδιά που θυμήθηκε ακριβώς πώς χτυπούσε τότε και, από το πουθενά, όλα όσα είχες βάλει με κόπο σε τάξη μέσα σου σκορπίστηκαν ξανά.

Ένα απλό «γεια, τι κάνεις;» κι ένα βλέμμα που δεν περιμέναμε μας γέμισαν ερωτηματικά για μια ιστορία στην οποία κάποτε, με πολύ κόπο, πίστεψες πως είχες βάλει τελεία. Ίσως πάλι να είναι απλώς το καλοκαίρι που κάνει τα πράγματα να είναι αλλιώς. Και από Σεπτέμβρη; Επιστροφή στην πραγματικότητα, στις ζωές μας, στις αποστάσεις, σε έναν συμβιβασμό με το «έτσι έπρεπε να γίνει» που τόσο καιρό λέγαμε στον εαυτό μας και σε ένα χαμένο «εμείς». Ή ίσως αυτή τη φορά τα πράγματα να είναι αλλιώς και να πάρουμε επιτέλους μαζί μας κάτι από το καλοκαίρι που τόσο λαχταρούμε. Αυτό το «κι αν;». Κι αν δεν τελείωσε; Κι αν απλώς τότε δεν ήταν η στιγμή μας; Κι αν κάποιοι άνθρωποι δεν επιστρέφουν τυχαία στη ζωή μας; Κι αν εμφανίζονται ξανά για να αναστατώσουν λίγο όσα θεωρούσαμε τακτοποιημένα, να μας ξυπνήσουν και να μας θυμίσουν πως ίσως κάτι που αφήσαμε πίσω δεν είχε προλάβει ποτέ να κάνει πραγματικά τον κύκλο του;

Ή μήπως όλα αυτά είναι απλώς ένας Αύγουστος που μας έκανε για λίγο πιο ρομαντικούς; Ομολογώ ότι δεν έχω απάντηση στο τι είναι πιο δύσκολο – να γυρίσεις πίσω σε κάτι που κάποτε τελείωσε ή να συνεχίζεις να προχωράς, αφήνοντας πίσω σου κάτι που ίσως, κάπου βαθιά μέσα σου, δεν τελείωσε ποτέ.

ΥΓ: Ό,τι επιθυμείς να το κυνηγάς, γιατί ο χρόνος πίσω δεν γυρνά και ο έρωτας είναι για να τον ζούμε! Γιατί καμιά φορά, ανάμεσα σε ένα «τι θα γινόταν αν» και σε μια ιστορία που άξιζε να ξαναγραφτεί, το μόνο που έλειπε ήταν λίγη τόλμη.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου