Αν η μονογαμία ήταν τόσο απλή όσο «βρήκα τον άνθρωπό μου και σταμάτησα να βλέπω όλους τους υπόλοιπους», θα είχαμε πολύ λιγότερα τραγούδια, λιγότερα διαζύγια και σαφώς λιγότερα μηνύματα που σβήνονται πριν προλάβει να τα δει κάποιος. Κι όμως, το να επιλέγεις έναν άνθρωπο και να μένεις μαζί του για χρόνια δεν είναι καθόλου ξένο στο είδος μας. Το μπέρδεμα αρχίζει όταν προσπαθούμε να αποφασίσουμε αν αυτό σημαίνει ότι είμαστε «φτιαγμένοι» για μονογαμία.
Η πρώτη παγίδα είναι η ίδια η λέξη. Στη βιολογία, άλλο πράγμα είναι η κοινωνική μονογαμία — δύο σύντροφοι που δημιουργούν σταθερό δεσμό, μοιράζονται χώρο, φροντίδα ή ανατροφή παιδιών — και άλλο η απόλυτη σεξουαλική αποκλειστικότητα. Τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν. Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα. Και κάπου εδώ καταρρέει λίγο η ρομαντική ιδέα ότι «μονογαμικός» σημαίνει άνθρωπος που, μόλις ερωτευτεί, παθαίνει επιλεκτική τύφλωση για το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος.
Οι άνθρωποι έχουν ξεκάθαρα την ικανότητα να δημιουργούν ισχυρούς, μακροχρόνιους pair bonds. Δεσμούς που δεν είναι απλώς σεξουαλικοί, αλλά συναισθηματικοί, κοινωνικοί και πρακτικοί. Αυτό είναι σημαντικό: η επιστήμη δεν μας περιγράφει σαν ένα είδος ανίκανο να δεθεί με έναν σύντροφο. Ταυτόχρονα, όμως, η ύπαρξη ενός δεσμού δεν εξαφανίζει αυτομάτως την πιθανότητα έλξης προς άλλους ανθρώπους. Ο εγκέφαλος δεν υπογράφει συμβόλαιο αποκλειστικής οπτικής πρόσβασης επειδή εσύ υπέγραψες σχέση.
Ίσως λοιπόν ρωτάμε λάθος πράγμα όταν λέμε «είναι ο άνθρωπος μονογαμικός;». Σαν να υπάρχει κάπου στο DNA ένα κουμπί που γράφει MONOGAMY: ON/OFF. Δεν υπάρχει. Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολύ πιο ενοχλητικά σύνθετη. Υπάρχει βιολογία, υπάρχει επιθυμία, υπάρχει δεσμός, υπάρχει πολιτισμός, υπάρχουν προσωπικές αξίες και — το λιγότερο sexy αλλά μάλλον πιο σημαντικό — υπάρχουν αποφάσεις.
Γιατί η μονογαμία, όπως τη ζούμε στις περισσότερες σύγχρονες σχέσεις, δεν απαιτεί να μη σου φανεί ποτέ ξανά κανείς ελκυστικός. Απαιτεί να έχεις συμφωνήσει τι κάνεις όταν αυτό συμβεί. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά. Το «μου άρεσε κάποιος» είναι εμπειρία. Το «τι κάνω με αυτό» είναι συμπεριφορά. Κάπως έτσι η πίστη γίνεται λιγότερο μαγικό ένστικτο και περισσότερο επιλογή που επαναλαμβάνεται.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η μονογαμία είναι απλώς ένα καταπιεστικό κοινωνικό invention που πολεμά τη «φύση» μας. Αυτή η αφήγηση είναι εξίσου βολική και εξίσου απλοϊκή. Η δημιουργία σταθερών δεσμών υπάρχει βαθιά στην ανθρώπινη κοινωνική ζωή και έχει συνδεθεί εξελικτικά με συνεργασία, φροντίδα και ανατροφή απογόνων. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμήσει περισσότερους από έναν δεν ακυρώνει την ικανότητά του να επενδύσει βαθιά σε έναν. Η ύπαρξη επιθυμίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με την υποχρέωση να την ακολουθήσεις. Η βιολογία έχει προτάσεις. Δεν έχει πάντα δικαίωμα υπογραφής.
Και ίσως αυτό είναι το σημείο που κάνει τη συζήτηση τόσο άβολη. Θέλουμε συχνά η αγάπη να λειτουργεί σαν αναισθητικό απέναντι σε κάθε άλλη επιθυμία, γιατί έτσι η αφοσίωση μοιάζει εύκολη. Αν όμως η έλξη προς άλλους μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει, τότε η μονογαμία αποκτά διαφορετικό βάρος: δεν είναι απόδειξη ότι δεν υπήρξε ποτέ άλλος πειρασμός. Είναι η συμφωνία για το τι αξία έχει ο δεσμός όταν ο πειρασμός υπάρχει.
Φυσικά, ούτε όλοι θέλουν το ίδιο μοντέλο σχέσης ούτε υπάρχει μία καθολική συνταγή που να ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο. Υπάρχουν μονογαμικές σχέσεις, consensually non-monogamous σχέσεις και άνθρωποι που αλλάζουν ανάγκες ή επιλογές σε διαφορετικές περιόδους της ζωής τους. Το ενδιαφέρον δεν είναι να αποφασίσουμε ποιο μοντέλο είναι «πιο φυσικό» και να μοιράσουμε μετάλλια. Είναι να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τη φύση σαν δικηγόρο για ό,τι θέλουμε ήδη να κάνουμε.
Γιατί το «έτσι είναι ο άνθρωπος» έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα. Και συνήθως εμφανίζεται ύποπτα την κατάλληλη στιγμή.
Ίσως τελικά η πιο τίμια απάντηση είναι λιγότερο θεαματική από όσο θα θέλαμε: ο άνθρωπος φαίνεται ικανός τόσο για βαθύ δεσμό όσο και για επιθυμία πέρα από αυτόν. Η μονογαμία δεν χρειάζεται να είναι ούτε βιολογικό πεπρωμένο ούτε κοινωνικό ψέμα. Μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: μια συμφωνία που δύο άνθρωποι επιλέγουν να τηρούν, όχι επειδή ξαφνικά έπαψαν να έχουν μάτια, αλλά επειδή αποφάσισαν τι θέλουν να κάνουν με όσα βλέπουν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Αν η μονογαμία ήταν απλώς ένστικτο, δεν θα χρειαζόταν υπόσχεση. Το ότι χρειάζεται επιλογή δεν την κάνει λιγότερο αληθινή. Ίσως την κάνει περισσότερο.
