Έφτασα στα 30. Πατημένα. Με λίγα χρονάκια έξτρα, για να είμαστε και ειλικρινείς μεταξύ μας. Και κάπου εδώ, υποτίθεται, θα έπρεπε να έχω μια απάντηση.
Πού πάει η ζωή μου;
Τι κατάφερα;
Πού θέλω να βρίσκομαι σε πέντε χρόνια;
Ποιον αγαπάω;
Ποιος με αγαπάει;
Έχω βρει τον άνθρωπό μου;
Ε, όχι.
Είμαι μόνη. Ελεύθερη, αν θέλουμε να το πούμε λίγο πιο αισιόδοξα. Με μια μέτρια δουλειά, έναν μέτριο μισθό και μια αρκετά γενναιόδωρη δόση «ελπίζω για το καλύτερο». Δεν είμαι δυστυχισμένη. Δεν είμαι όμως και ακριβώς εκεί που φανταζόμουν ότι θα είμαι. Και η προσωπική μου ζωή… Εντάξει. Χάλια.
Έχω, βέβαια, έναν σχεδόν έρωτα. Ή έναν πρώην μεγάλο έρωτα. Ή έναν άνθρωπο που κάποτε υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο και τώρα έχει γίνει εκείνη η παράξενη υποσημείωση που αρνείται πεισματικά να τελειώσει. Έχουμε μέτριο σ3ξ, έχουμε αγάπη, έχουμε ιστορία, έχουμε εκείνη την πλατωνική οικειότητα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν τελικά αγαπιόμαστε πολύ ή απλώς έχουμε συνηθίσει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αγαπιόμαστε. Αλλά δεν ταιριάζουμε. Όχι στα βασικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό πράγμα να αποδεχτείς: ότι μπορεί να αγαπάς κάποιον και παρ’ όλα αυτά να μην μπορείς να χτίσεις μαζί του μια ζωή. Σαν να στέκεσαι μπροστά σε μια πόρτα που ξέρεις ότι υπάρχει, ξέρεις ότι πίσω της υπάρχει κάτι που κάποτε ήθελες πολύ, αλλά έχεις ξεχάσει πια πώς ανοίγει.
Και μένουμε εκεί. Σε μια διάσταση ακινησίας. Σε ένα «ίσως». Σε ένα «ποιος ξέρει». Σε ένα «μπορεί κάποτε». Και το κάποτε γίνεται χρόνια. Κι εγώ, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζω. Φλερτάρω. Γνωρίζω ανθρώπους. Προσπαθώ. Ανοίγω πόρτες. Αφήνω παράθυρα μισάνοιχτα, μπας και φυσήξει από κάπου κάτι καινούργιο. Οι πόρτες μου δεν κλείνουν. Εγώ δεν έχω κλειστεί. Αλλά το παράξενο είναι ότι δεν έρχεται σχεδόν κανείς. Ή, για να είμαι πιο δίκαιη, έρχονται άνθρωποι, αλλά όχι με τον τρόπο που θα ήθελα. Όχι με εκείνον τον τρόπο που σε κάνει να πεις «ώπα, εδώ υπάρχει κάτι». Κανείς δεν προχωράει αρκετά. Κανείς δεν με κάνει να νιώσω ότι υπάρχει πραγματικά ελπίδα.
Και κάπου ανάμεσα στα αστεία, στα μηνύματα, στα φλερτ που ξεκινούν και πεθαίνουν πριν καν προλάβουν να γίνουν κάτι, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά υπάρχει κάτι λάθος σε μένα;
Είμαι έξυπνη; Ναι.
Μορφωμένη; Ναι.
Ανεξάρτητη; Πολύ κοντά σε αυτό.
Όμορφη; Κούκλα.
Και τότε γιατί; Γιατί δεν βρίσκω κάτι καλό; Γιατί δεν βρίσκω έναν άνθρωπο που να με κοιτάξει και να πει «εσένα θέλω να σε γνωρίσω»; Γιατί μπορώ να σταθώ μόνη μου στα πόδια μου, να δουλέψω, να δημιουργήσω, να παλέψω, να ξεκινήσω από την αρχή, να βρω λύσεις για χίλια δυο πράγματα — αλλά όταν πρόκειται για το πιο απλό πράγμα του κόσμου, να αγαπήσω και να αγαπηθώ αληθινά, αισθάνομαι εντελώς ανίκανη;
Και μετά έρχεται ο φόβος. Ο μεγάλος, γελοίος και τρομακτικός φόβος που δεν λέω εύκολα ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό μου: Θα πεθάνω μόνη; Το σκέφτομαι σχεδόν κάθε μέρα. Όχι επειδή δεν αντέχω τη μοναξιά. Την αντέχω. Έχω μάθει να τη γεμίζω. Με δουλειά, με ανθρώπους, με ιδέες, με βόλτες, με οθόνες, με σχέδια, με μικρές εμμονές και μεγάλες προσδοκίες.
Αλλά άλλο να είσαι μόνη επειδή το διάλεξες κι άλλο να φοβάσαι ότι μπορεί να μη σε διαλέξει ποτέ κανείς. Και υπάρχει κι ένας ακόμα φόβος, πιο βαθύς. Τι θα κάνω όταν φύγουν οι δικοί μου; Τώρα υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι, όσο κι αν όλα αλλάζουν, υπάρχει κάπου μια βάση. Ένα σπίτι. Μια φωνή. Ένας άνθρωπος που θα σηκώσει το τηλέφωνο. Κάποιος που θα υπάρχει. Κάποτε όμως δεν θα υπάρχει. Και τότε; Ποιος θα είναι εκεί; Με ποιον θα μοιράζομαι τα ασήμαντα; Τον καφέ; Μια βλακεία που είδα στο ίντερνετ; Ένα κακό αστείο; Μια δύσκολη μέρα; Τη χαρά για κάτι που μου συνέβη; Ποιος θα με περιμένει;
Ίσως αυτό να είναι τελικά που φοβάμαι περισσότερο. Όχι τον θάνατο. Την απουσία. Το να έχω ζήσει μια ζωή γεμάτη ανθρώπους, να έχω αγαπήσει, να έχω προσπαθήσει, να έχω γελάσει, να έχω κάνει λάθη, να έχω αφήσει σημάδια στους άλλους — και στο τέλος να μην υπάρχει ένας άνθρωπος να πει: «Έλα, κάτσε εδώ. Είμαι εγώ.»
Κι όμως, κάπου μέσα μου ξέρω ότι δεν έχει τελειώσει τίποτα. Τα 30 δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι απλώς η ηλικία στην οποία αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν θα σου παραδώσει απαραίτητα όσα περίμενες, την ώρα που τα περίμενες. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο μάθημα. Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Δεν υπάρχει κάποιος πίνακας όπου στα 25 πρέπει να έχεις βρει τον έρωτα, στα 28 να έχεις φτιάξει καριέρα, στα 30 να έχεις σπίτι, σύντροφο, σκύλο και μια φωτογραφία από διακοπές στην οποία χαμογελάς φυσικά. Μπορεί να είσαι 30+ και να ψάχνεσαι ακόμα. Μπορεί να έχεις αγαπήσει τον λάθος άνθρωπο. Μπορεί να συνεχίζεις να τον αγαπάς. Μπορεί να μην έχεις βρει ακόμα τον σωστό. Μπορεί να μην ξέρεις καν αν υπάρχει. Και μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να είσαι απολύτως εντάξει.
Αυτό προσπαθώ να θυμίζω στον εαυτό μου. Ότι δεν είμαι πίσω. Ότι δεν άργησα. Ότι δεν απέτυχα. Ότι το γεγονός πως μέχρι σήμερα δεν βρήκα αυτό που θέλω δεν σημαίνει ότι δεν θα το βρω. Και κυρίως ότι η αξία μου δεν μετριέται από το αν κάποιος με ερωτεύτηκε αρκετά. Ναι, θα ήθελα να με ερωτευτούν. Πολύ. Θα ήθελα έναν άνθρωπο που να με θέλει χωρίς να πρέπει να τον πείσω. Που να μην χρειάζεται να αποκωδικοποιώ κάθε μήνυμα. Που να μην αναρωτιέμαι αν με σκέφτεται. Που να μη χρειάζεται να παλεύω για τα αυτονόητα.
Θέλω να ταιριάξω με κάποιον. Όχι απλώς να τον αγαπάω. Και ίσως αυτό να είναι το μεγάλο μου στοίχημα τώρα. Να μη μπερδέψω ξανά την ένταση με την αγάπη. Τη συνήθεια με την οικειότητα. Την έλξη με τη συμβατότητα. Το «δεν μπορώ χωρίς εσένα» με το «μπορώ να χτίσω μαζί σου». Γιατί μπορεί ο σχεδόν έρωτας να με αγαπάει. Μπορεί να τον αγαπάω κι εγώ. Μπορεί να έχουμε ακόμα κάτι που δεν πέθανε ποτέ εντελώς. Αλλά ίσως δεν είναι αυτό που πρέπει να μείνει. Και ίσως, κάποια στιγμή, να χρειαστεί να αφήσουμε ο ένας τον άλλον ελεύθερο από την υποχρέωση να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν μπορέσαμε να γίνουμε.
Δεν ξέρω αν θα βρω τον άνθρωπό μου. Δεν ξέρω αν θα παντρευτώ. Δεν ξέρω αν θα κάνω οικογένεια. Δεν ξέρω καν πού θα είμαι σε πέντε χρόνια. Ξέρω μόνο ότι σήμερα είμαι εδώ. Και ακόμα ψάχνω. Ακόμα φλερτάρω. Ακόμα ελπίζω. Ακόμα ανοίγω πόρτες. Και όσο τις ανοίγω, υπάρχει τουλάχιστον μια πιθανότητα κάποιος να περάσει. Ίσως αυτό να είναι τελικά το μόνο που μπορώ να κάνω.