Το όνομά του ακουγόταν περισσότερο.
Οι πόρτες άνοιγαν ευκολότερα.
Οι άνθρωποι τον χαιρετούσαν
με εκείνη την προσοχή
που έχουν όσοι υπολογίζουν.
Κανείς δε θυμόταν πια
τι είχε προηγηθεί.
Οι μικρές παραχωρήσεις.
Οι σιωπές που κόστισαν.
Οι άνθρωποι που έμειναν πίσω
χωρίς να τους αναζητήσει.
Και ίσως αυτό
να ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά του.
Πως έμαθε να μη θυμάται.
Με τα χρόνια απέκτησε
όσα κάποτε νόμιζε πως θα τον ολοκληρώσουν.
Μόνο κάποιες νύχτες,
όταν το σπίτι ησύχαζε
και δεν υπήρχε κανείς για να τον θαυμάσει,
ερχόταν μια παράξενη σκέψη.
Όχι ενοχή.
Κάτι βαθύτερο.
Η αίσθηση πως είχε φτάσει πολύ μακριά
από εκείνον τον άνθρωπο
που κάποτε ήθελε να γίνει.
Και τότε κατάλαβε
πως υπάρχουν νίκες που δε χάνονται ποτέ.
Απλώς μια μέρα,
σταματούν να σημαίνουν κάτι.
