Τώρα τελευταία, έχουμε γίνει όλοι λίγο… Ναπολέοντες. Όχι, βέβαια, επειδή κατακτήσαμε την Ευρώπη ή επειδή διαθέτουμε κάποιο ιδιαίτερο στρατηγικό χάρισμα. Αλλά επειδή θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό να κάνουμε πέντε πράγματα ταυτόχρονα και, αν περισσέψει λίγος χρόνος, να στριμώξουμε και ένα έκτο. Ο Ναπολέων, εκτός από μεγάλος στρατηλάτης και κατακτητής, έμεινε στην ιστορία και ως άνθρωπος με εντυπωσιακές αντοχές στη δουλειά, ικανός να εργάζεται ασταμάτητα και να κοιμάται σε σύντομα διαστήματα όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Με τα χρόνια, βέβαια, η πραγματικότητα μπλέχτηκε με τον μύθο και ο Ναπολέων κατέληξε σχεδόν το αρχέτυπο του ανθρώπου που τα προλαβαίνει όλα.
Κάπως έτσι μοιάζουμε κι εμείς. Φοβεροί κατακτητές του χρόνου! Απαντάμε σε μηνύματα ενώ δουλεύουμε, μιλάμε στο τηλέφωνο ενώ κοιτάμε τα email μας, τρώμε ενώ χαζεύουμε την οθόνη και, κάπου ανάμεσα σε δύο ειδοποιήσεις και τρεις εκκρεμότητες, προσπαθούμε να θυμηθούμε πότε ήταν η τελευταία φορά που κάναμε απλώς… ένα πράγμα.
Το multitasking παρουσιάστηκε ως προσόν. Ως ένδειξη αποτελεσματικότητας, ευελιξίας, ικανότητας να τα προλαβαίνουμε όλα. Μόνο που στην πορεία ξεχάσαμε κάτι βασικό: το ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα κάνουμε και καλά. Ούτε ότι τα ζούμε. Η διαρκής απασχόληση έγινε τρόπος ζωής. Το «τρέχω» απέκτησε σχεδόν κύρος, το «δεν προλαβαίνω» έγινε απάντηση ρουτίνας και η εξάντληση άρχισε να μοιάζει περισσότερο με παράσημο παρά με προειδοποιητικό σημάδι. Πότε, όμως, αποφασίσαμε ότι το να τα κάνουμε όλα ταυτόχρονα είναι πράγματι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να ζούμε και να εργαζόμαστε;
Ο όρος multitasking δε γεννήθηκε για να περιγράψει ανθρώπους αλλά υπολογιστές. Εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’60, για να περιγράψει την ικανότητα ενός συστήματος να διαχειρίζεται πολλές εργασίες. Με την ψηφιακή εποχή, όμως, περάσαμε κι εμείς στο ίδιο μοντέλο: email, κινητό, ειδοποιήσεις, κοινωνικά δίκτυα, δουλειά και προσωπική ζωή όλα ανοιχτά ταυτόχρονα.
Μόνο που ο εγκέφαλος δεν είναι υπολογιστής. Όταν προσπαθούμε να κάνουμε πολλές απαιτητικές εργασίες μαζί, στην πραγματικότητα μεταπηδά διαρκώς από τη μία στην άλλη. Και κάθε αλλαγή έχει το δικό της γνωστικό κόστος: λιγότερη συγκέντρωση, περισσότερη νοητική κόπωση και συχνά χαμηλότερη απόδοση. Κι όταν αυτή η διαρκής εναλλαγή συναντά έναν ήδη υπερφορτωμένο τρόπο ζωής, η κούραση γίνεται χρόνια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει το burnout ως αποτέλεσμα χρόνιου εργασιακού στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
Έτσι φτάσαμε στο εξής παράδοξο: έχουμε περισσότερα εργαλεία για να εξοικονομούμε χρόνο και λιγότερο χρόνο από ποτέ. Έχουμε ημερολόγια για να οργανώνουμε τις υποχρεώσεις μας, εφαρμογές για να μας θυμίζουν τις υποχρεώσεις μας και ειδοποιήσεις για να μη διανοηθούμε, Θεός φυλάξοι, να ξεχάσουμε κάποια υποχρέωση. Έχουμε εφαρμογές διαλογισμού για να μάθουμε να ηρεμούμε, εφαρμογές ύπνου για να μάθουμε να κοιμόμαστε και εφαρμογές παραγωγικότητας για να στριμώξουμε ακόμη περισσότερα μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο που, προς μεγάλη μας απογοήτευση, εξακολουθεί να έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες.
Η ξεκούραση, μάλιστα, δεν μας γλίτωσε από τη μανία της παραγωγικότητας. Δεν αρκεί πλέον να ξεκουραστούμε. Πρέπει να ξεκουραστούμε σωστά. Να κάνουμε γυμναστική, να διαλογιστούμε, να διαβάσουμε ένα βιβλίο, να κοιμηθούμε οκτώ ώρες, να πιούμε αρκετό νερό και, αν είναι δυνατόν, να έχουμε καταγράψει όλα τα παραπάνω σε κάποια εφαρμογή ώστε να μπορούμε να αισθανθούμε υπερήφανοι για την απόδοσή μας στην… ξεκούραση.
Κι ενώ υποτίθεται ότι η τεχνολογία θα μας απελευθέρωνε από την αδιάκοπη εργασία, κατάφερε κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό: έκανε την εργασία διαθέσιμη παντού. Το γραφείο χωράει πλέον στην τσέπη μας. Ένα email μπορεί να έρθει την ώρα του φαγητού, ένα μήνυμα στις διακοπές, μια «γρήγορη ερώτηση» την ώρα που έχουμε μόλις ξαπλώσει. Η εργάσιμη ημέρα δεν τελειώνει ακριβώς· απλώς χαμηλώνει λίγο την ένταση. Και φυσικά, εμείς απαντάμε. Γιατί μπορούμε. Κι επειδή μπορούμε, θεωρούμε ότι πρέπει.
Το αποτέλεσμα; Έχουμε μάθει να είμαστε παντού, εκτός από εκεί που βρισκόμαστε. Τρώμε και σκεφτόμαστε τη δουλειά. Δουλεύουμε και σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε το βράδυ. Βγαίνουμε και κοιτάμε το κινητό. Ξαπλώνουμε και κάνουμε νοητικά τη λίστα της επόμενης ημέρας. Ακόμη και όταν δεν κάνουμε τίποτα, σκεφτόμαστε όλα όσα θα έπρεπε να κάνουμε.
Και τελικά το multitasking, δεν αρκεί. Έχουμε περάσει στο multi-being. Δεν μας ζητούν απλώς να κάνουμε πολλά, αλλά να είμαστε πολλοί: επαγγελματίες, σύντροφοι, φίλοι, δημιουργικοί, παραγωγικοί, κοινωνικοί, ενημερωμένοι, γυμνασμένοι, ψύχραιμοι και διαρκώς διαθέσιμοι. Όλα μαζί. Κατά προτίμηση, χωρίς να κουραζόμαστε.
Μόνο που η εξάντληση δεν είναι παράσημο και η αδυναμία να τα προλάβουμε όλα δεν είναι αποτυχία. Γιατί η ζωή δεν είναι λίστα εργασιών προς ολοκλήρωση. Και ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή παραγωγικότητας. Η πραγματική κατάκτηση του χρόνου δεν είναι να χωρέσουμε περισσότερα μέσα του. Είναι να αφήσουμε λίγο χώρο για να υπάρξουμε. Δεν είμαστε όλοι Ναπολέοντες. Και ευτυχώς, δε χρειάζεται να είμαστε.
