Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι αν στο Βρετανικό Μουσείο έχουν πράγματι χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα ή αν απλώς μας δουλεύουν κατάμουτρα, έχοντας μάλιστα τη βεβαιότητα ότι θα συνεχίσουμε να συμμετέχουμε ευγενικά στο θέατρο του παραλόγου.
Η τελευταία τους ιδέα είναι πραγματικά εξαιρετική: παίρνουν δύο θραύσματα από τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τα οποία βρίσκονται παράνομα στη συλλογή τους, και τα δανείζουν στο Μουσείο Αρχαίας Γλυπτικής της Φρανκφούρτης. Παράλληλα, συνεχίζουν να πιέζουν την Ελλάδα να δεχτεί μια αντίστοιχη συμφωνία «δανεισμού» για τα υπόλοιπα Γλυπτά.
Δηλαδή, για να συνεννοούμαστε: τα πήραν από την Ελλάδα, τα κράτησαν για περισσότερους από δύο αιώνες, τώρα τα περιφέρουν σε άλλες χώρες και στο τέλος προτείνουν να μας τα δανείσουν. Τα δικά μας. Από τον δικό μας ναό. Για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Και, φανταζόμαστε, θα πρέπει να πούμε κι ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για τη γενναιοδωρία.
Τα δύο θραύσματα θα παρουσιαστούν σε έκθεση στη Φρανκφούρτη, από τις 18 Νοεμβρίου 2026 μέχρι τις 25 Ιουλίου 2027, η οποία επιχειρεί, με τη βοήθεια σύγχρονων τεχνολογιών, να ανασυνθέσει την εικόνα του ανατολικού αετώματος του Παρθενώνα.
Στο επίκεντρο της έκθεσης βρίσκονται τα αποτελέσματα της πολυετούς έρευνας της ομάδας του Vinzenz Brinkmann, επικεφαλής του Τμήματος Αρχαιοτήτων Liebieghaus. Με καινοτόμες μεθόδους, διάφορα θραύσματα έχουν αποδοθεί σε συγκεκριμένες μορφές και έχουν συνενωθεί, προκειμένου να δημιουργηθεί μια τεκμηριωμένη συνολική εικόνα του αετώματος. Η έκθεση ολοκληρώνεται με μια ειδικά σχεδιασμένη κινούμενη εικόνα, στην οποία οι μορφές του Παρθενώνα ζωντανεύουν.
Πολύ ωραία όλα αυτά. Μόνο που υπάρχει μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια: τα κομμάτια που δανείζει το Βρετανικό Μουσείο δεν είναι δικά του.
«Δανεισμοί υψηλού επιπέδου» – έτσι λέγονται τώρα τα κλεμμένα
Στην επίσημη ανακοίνωση της έκθεσης γίνεται λόγος για «δανεισμούς υψηλού επιπέδου από φημισμένες διεθνείς συλλογές». Περιέργως, όμως, αποφεύγεται να διευκρινιστεί ότι ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκονται θραύσματα τα οποία ο Έλγιν απέσπασε βίαια από τον Παρθενώνα, προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά στο ίδιο το μνημείο.
Προφανώς το «παίρνω κομμάτια ενός μνημείου από τη χώρα στην οποία ανήκει και τα κρατώ» ακούγεται κάπως άσχημο. Το «δανεισμός υψηλού επιπέδου από διεθνή συλλογή» είναι πολύ πιο κομψό. Σχεδόν ξεχνάς ότι μιλάμε για ακρωτηριασμένα τμήματα ενός μνημείου που βρίσκεται στην Αθήνα και όχι για διακοσμητικά αντικείμενα που αγοράστηκαν σε δημοπρασία.
Το γερμανικό μουσείο απευθύνθηκε και στην Ελλάδα, ζητώντας να δανειστεί εκθέματα από το Μουσείο της Ακρόπολης. Η απάντηση, ευτυχώς, ήταν ένα μεγαλοπρεπές «όχι».
Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά, όταν έγινε γνωστό ότι στην έκθεση θα συμμετείχαν και θραύσματα από το Βρετανικό Μουσείο. Γιατί η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να νομιμοποιήσει, έστω και έμμεσα, ένα περιοδεύον παζλ φτιαγμένο από κομμάτια που αποσπάστηκαν από τον Παρθενώνα.
Η επανένωση των Γλυπτών δεν μπορεί να γίνει ούτε στη Φρανκφούρτη ούτε στο Λονδίνο ούτε σε κάποια ωραία, φωτισμένη αίθουσα που θα βαφτιστεί «πολιτιστική συνεργασία». Μπορεί να γίνει μόνο στην Αθήνα, απέναντι από τον Παρθενώνα, στο Μουσείο της Ακρόπολης.
Όλα τα υπόλοιπα είναι επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Η εντυπωσιακή κωλοτούμπα του Άντι Μπέρναμ
Το σκηνικό γίνεται ακόμη πιο εξοργιστικό αν θυμηθούμε τη στάση του νέου Βρετανού πρωθυπουργού, Άντι Μπέρναμ. Για χρόνια συγκαταλεγόταν στους θερμούς υποστηρικτές της επανένωσης των Γλυπτών. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε ταχθεί υπέρ της αλλαγής του βρετανικού νόμου που εμποδίζει την επιστροφή τους, ενώ μόλις πριν από τρία χρόνια δήλωνε ότι τα Γλυπτά πρέπει να επιστραφούν χωρίς όρους και δεσμεύσεις.
Ύστερα έγινε πρωθυπουργός.
Και, ως γνωστόν, ορισμένες απόψεις έχουν την παράξενη τάση να εξαφανίζονται μόλις ανοίξει η πόρτα της εξουσίας.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στους «Financial Times», ο Μπέρναμ ένιψε τας χείρας του, δηλώνοντας ότι το ζήτημα αφορά τελικά το Βρετανικό Μουσείο και ότι ο ίδιος είναι υπέρ της «βρετανικής πολιτιστικής διπλωματίας».
Είναι πράγματι εντυπωσιακό πώς το ξεκάθαρο «επιστρέψτε τα χωρίς όρους» μετατράπηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, σε ένα αόριστο «δεν είναι δική μου αρμοδιότητα». Πιο γρήγορα κι από την αλλαγή φρουράς στο Μπάκιγχαμ.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ και η σύγκριση που προσβάλλει τη νοημοσύνη μας
Την ίδια στιγμή, ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν, επιχειρεί να παρουσιάσει τον προσωρινό δανεισμό της περίφημης Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία ως πιθανό μοντέλο για την επίλυση του ζητήματος των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Η Ταπισερί, μήκους περίπου 70 μέτρων, απεικονίζει την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς και θα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο από τις 10 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τον Κάλιναν, η συμφωνία για τον δανεισμό της μπορεί να προσφέρει μια «αμυδρή ελπίδα» για πρόοδο στο ζήτημα των Γλυπτών.
Μόνο που οι δύο περιπτώσεις δεν έχουν απολύτως καμία σχέση. Η Ταπισερί της Μπαγιέ δεν αποτελεί κλεμμένο πολιτιστικό θησαυρό. Η κυριότητά της δεν αμφισβητείται και κανείς δεν την απέσπασε βίαια από ένα αγγλικό μνημείο για να τη μεταφέρει στη Γαλλία. Μπορεί να δημιουργήθηκε στην Αγγλία, αλλά ήταν παραγγελία που προοριζόταν εξαρχής να ταξιδέψει στη Γαλλία. Η σύγκρισή της με τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι ένας βολικός τρόπος να εξαφανιστεί η βασική λέξη από τη συζήτηση: η ιδιοκτησία. Γιατί κάθε συμφωνία δανεισμού προϋποθέτει ότι αυτός που δανείζει είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης. Και αυτό ακριβώς επιδιώκει το Βρετανικό Μουσείο να αναγνωρίσει η Ελλάδα.
Υπάρχει, βέβαια, ακόμη μία εξαιρετικά βολική σύμπτωση. Το Βρετανικό Μουσείο σχεδιάζει μια μεγάλη και πολυδάπανη ανακαίνιση, για την οποία θα πρέπει να αδειάσει αρκετές από τις αίθουσές του. Τι πιο πρακτικό, λοιπόν, από το να αρχίσει να «δανείζει» τα εκθέματά του δεξιά κι αριστερά; Και ακόμη καλύτερα, να παρουσιάσει αυτή την ανάγκη ως πράξη πολιτιστικής διπλωματίας και ως γενναιόδωρη πρόταση προς την Ελλάδα.
Μόνο που η Ελλάδα δε ζητά να φιλοξενήσει προσωρινά τα Γλυπτά. Ζητά την οριστική επανένωσή τους. Δε ζητά να της παραχωρηθούν για λίγους μήνες τα κομμάτια ενός μνημείου που της ανήκει. Ζητά να διορθωθεί μια ιστορική αδικία.
Οι κύριοι του Βρετανικού Μουσείου μπορούν να ονομάζουν την τακτική τους «πολιτιστική διπλωματία», «διεθνή συνεργασία» ή «δανεισμό υψηλού επιπέδου». Μπορούν να στέλνουν τα Γλυπτά στη Γερμανία, να συγκρίνουν τον Παρθενώνα με την Ταπισερί της Μπαγιέ και να ελπίζουν ότι, αν επαναλάβουν αρκετές φορές τη λέξη «δανεισμός», κάποια στιγμή θα ξεχάσουμε τι πραγματικά συνέβη.
Δε θα το ξεχάσουμε.
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι ακρωτηριασμένα τμήματα ενός ενιαίου μνημείου. Και όταν κάποιος κρατά κάτι που δεν του ανήκει, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης και να προτείνει να σου το δανείσει.
Οφείλει απλώς να το επιστρέψει.