Μ’ έπιασε μία μινόρε αγκαζέ
απ’ το πρωί.
Δεν αντιστάθηκα.
Με πήγε στην κουζίνα
για ζεστό καφέ.
Μού θύμισε μολύβια
και μυρωδιά χαρτιού και γόμας.
Μετρήσαμε τη βροχή στο τζάμι.
Παράξενο μού φάνηκε
μετά από τόσο θέρος.
Κι όπως με έσπρωχνε για ώρες
σε χορό καθιστικό,
νανουριζόμουν με τα μάτια ορθάνοιχτα.
Ρούφηξα, λοιπόν, τη νέα εποχή που ήρθε,
άνευ φόβου,
την ύλη μου ολάκερη
ν’ αναβαθμίσει.
