Ολημερίς ακροβατώ
από θύρα σε πύλη,
γυρεύοντας τη μία λέξη.
Μία λέξη αρκεί
για την ολική ανατροπή·
κι όμως σωπαίνει.
Τι ντροπή.
Ολονυχτίς μεμψιμοιρώ,
αναζητώ το φως το ιερό
που πέφτει στις οργισμένες στιγμές
και τις γυρίζει σε σκιά.
Αντιδρώ.
Παρατηρώ.
Δεν ξέρω πια
ποιο από τα δύο με σώζει.
Κι ένα κύμα ορθώνεται μπροστά μας,
ακίνητο σαν άγαλμα,
αμείλικτο σαν Νέμεσις.
Να σε λούσω;
Να σε παραδώσω στο νερό;
Ή μήπως τα σημάδια δε φεύγουν —
μόνο μαθαίνουν, κάποτε,
να μοιάζουν με φως;
