Δεν γνώριζα πραγματικά τι σημαίνει ναρκισσισμός. Διάβασα αργότερα πολλά. Και όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο περισσότερο μια εικόνα επέστρεφε στο μυαλό μου: με είχε τσιμπήσει ένα φίδι τόσες φορές, όσες του επέτρεψα, πριν συνειδητοποιήσω ότι είχα χάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή και την ψυχολογία μου προσπαθώντας να καταλάβω γιατί με δάγκωνε. Είναι εκεί έξω. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Και δεν χρειάζονται απαραίτητα πολλά για να σε γοητεύσουν. Μπορεί να είναι μια απλή εμφάνιση, αλλά με τον τρόπο που μιλούν, την προσοχή που σου δίνουν, τον τρόπο που σε κοιτούν, τον τρόπο που σε κάνουν από την πρώτη στιγμή να αισθανθείς ξεχωριστή. Ίσως αυτό που λένε «μάσκα» να μην είναι τελικά κάτι θεαματικό. Μπορεί απλώς να είναι τόσο καλά προσαρμοσμένη πάνω τους, ώστε όλα όσα βλέπεις στην αρχή να μοιάζουν αρκετά για να σε κάνουν να πλησιάσεις.

 

Και τότε αρχίζει η ιστορία. Γνωριστήκαμε μέσω μιας εφαρμογής γνωριμιών. Υπήρχε μια χημεία που με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως υπήρχε κάτι πραγματικά ξεχωριστό ανάμεσά μας. Λόγω όμως της φύσης της γνωριμίας μας, δεν εμπιστευόμουν εύκολα να συναντήσω έναν άγνωστο άνθρωπο. Εκείνος, αντί να πιέσει με τον συνηθισμένο τρόπο, ήξερε να πιάνει κάθε μου πρόταση και να τη διαβάζει με προσοχή. Ήξερε πώς να μου δημιουργεί την αίσθηση ότι με καταλάβαινε. Θυμάμαι ακόμη τον τρόπο με τον οποίο μου ζήτησε να τον συναντήσω: όχι επιβάλλοντας έναν τόπο ή έναν χρόνο, αλλά παρουσιάζοντας την επιθυμία του σαν κάτι αυθόρμητο, σχεδόν παιδικό. Όσο εγώ δίσταζα, τόσο εκείνος επέμενε με έναν τρόπο που τότε μου φαινόταν γλυκός και ενθουσιώδης. Δεν κατάλαβα ότι αυτό ήταν ίσως το πρώτο πέρασμα των ορίων μου. Αντιθέτως, πίστεψα ότι δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο να θέλει κάτι τόσο πολύ. Και χωρίς να το καταλάβω, πριν ακόμη γίνει το πρώτο μας ραντεβού, είχε ήδη καταλάβει μια θέση μέσα μου. Ο τρόπος που με κοιτούσε, ο τρόπος που μου μιλούσε, ακόμη και ο τρόπος που κράτησε το χέρι μου για να μου πει «χάρηκα», μου έδιναν την αίσθηση ότι υπήρχε μεταξύ μας κάτι δυνατό και σπάνιο. Και υπήρχε. Δεν θα αρνηθώ ποτέ αυτό που ένιωσα. Είχαμε έντονα και αμοιβαία συναισθήματα. Είχαμε έναν έρωτα που και οι δύο ζήσαμε ως κάτι ιδιαίτερο. Αυτά δεν τα επιλέγεις. Συμβαίνουν. Αυτό που δεν γνώριζα τότε ήταν ότι, παράλληλα με όσα ζούσαμε, εκείνος με παρατηρούσε. Έβλεπε τι μου άρεσε, τι με συγκινούσε, τι με έκανε να νιώθω ξεχωριστή. Όσο εγώ μάθαινα να αγαπώ έναν άνθρωπο, εκείνος μάθαινε να διαβάζει εμένα. Τι μου άρεσε. Τι με πλήγωνε. Τι με έκανε να χαμογελώ. Τι φοβόμουν. Πότε υποχωρούσα. Πότε αντιδρούσα. Ποια λόγια μπορούσαν να με πλησιάσουν και ποια μπορούσαν να με διαλύσουν. Και κάποια στιγμή άρχισαν οι συμπεριφορές που τότε δεν μπορούσα να ονομάσω. Η υπερβολική προσέγγιση και μετά η απόσταση. Η σιωπή. Η επιστροφή. Η απομάκρυνση και ξανά η έντονη διεκδίκηση. Η αμφισβήτηση όσων είχα ζήσει ή όσων ένιωθα. Η ανάγκη να αποδεικνύω διαρκώς ότι δεν ήμουν εγώ αυτή που έκανε κάτι λάθος. Έψαχνα απαντήσεις. Στην αρχή το έλεγα εγωισμό. Μετά εγωκεντρισμό. Κάποια στιγμή έφτασα να σκέφτομαι κάθε ψυχική ασθένεια που υπήρχε. Προσπαθούσα να βρω μια εξήγηση που θα ένωνε όλα τα κομμάτια του παζλ. Το παζλ κλείδωσε όλα του τα κομμάτια στην ψυχική ασθένεια του ναρκισσισμού. Έτσι, κατάλαβα πως πολλά από αυτά που αρχικά θεωρούσα ενδιαφέρον και φροντίδα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως εργαλεία ελέγχου. Σιγά σιγά εμφανίστηκαν συμπεριφορές που σήμερα μπορώ να αναγνωρίσω ως love bombing, push and pull, hoovering, gaslighting και silent treatment. Και όταν κάποια στιγμή του είπα «με τρελαίνεις», ακόμη κι αυτό κατάφερε να το ντύσει με έναν τρόπο που τότε μπορούσα να πιστέψω: «Έτσι είναι ο έρωτας».

 

Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν ήμουν μια γυναίκα που δεν γνώριζε την αξία της. Δεν πίστευα ότι ήμουν τέλεια. Γνώριζα τα ελαττώματά μου, γνώριζα τα δυνατά μου σημεία και αγαπούσα τον εαυτό μου όπως ήταν. Δεν είχα ανάγκη να πιστεύω ότι ήμουν η πιο όμορφη ή η καλύτερη γυναίκα στον κόσμο. Ήξερα όμως την αξία της καρδιάς μου. Και εκεί δεν έκανα πίσω. Όταν προσπάθησε να χτυπήσει την αυτοπεποίθησή μου, δεν σκέφτηκα ποτέ «έχει δίκιο, μάλλον δεν αξίζω». Όταν προσπαθούσε να με μειώσει, απαντούσα. Δεν ήμουν πάντα ήρεμη. Ήμουν όμως ένας άνθρωπος που πάλευε να καταλάβει τι του συνέβαινε ανάμεσα σε καταστάσεις που με έφερνε στα ξαφνικά αντιμέτωπη χωρίς να τις αξίζω ή να τις έχω προκαλέσει. Και ίσως αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ιστορίας μου: όσο περισσότερο προσπαθούσα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, τόσο περισσότερο η σχέση γινόταν μια μάχη για να αποδείξω ότι έχω δικαίωμα να έχω φωνή.

 

Ύστερα ήρθε και η σωματική β1α. Μια βραδιά που υποτίθεται ότι ήταν ξεχωριστή, ένας άνθρωπος που μέχρι τότε είχα συνδέσει μέσα μου με πάθος και έντονα συναισθήματα με χτύπησε κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Του είπα να σταματήσει. Το είπα ξανά. Και ξανά. Εκείνη τη στιγμή κάτι που είχε ξεκινήσει συναινετικά έπαψε να είναι συναινετικό. Το σώμα μου είχε σημάδια. Μελανιές. Σημάδια που άλλαζαν χρώμα όσο περνούσαν οι ημέρες. Αλλά τα σημάδια της ψυχής ήταν πολύ βαθύτερα. Και το ακόμα πιο δύσκολο ήταν πως αυτά τα σημάδια ήταν ανεξίτηλα και όχι απλά δεν έσβηναν σαν τα άλλα, τα σωματικά, που άλλαζαν μορφές και χρώματα μέχρι που επουλώνονταν. Αυτά έχαναν τα ζωηρά και έντονα χρώματά τους και μετατρέπονταν, ρίζωναν, σε μουντά χρώματα ολοένα και πιο βαθιά μέσα μου. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας μου να εξηγήσω σε κάποιον που δεν το έχει ζήσει. Γιατί η λογική και η καρδιά δεν λειτουργούν πάντα την ίδια στιγμή προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Ύστερα ήρθε μια απόπειρα αυτοκτον1ας. Και ξαφνικά ένας άνθρωπος που με είχε πληγώσει μπορούσε να γίνει, μέσα σε λίγα λεπτά, ο άνθρωπος για τον οποίο φοβόμουν ότι μπορεί να πεθάνει. Εκεί έρχεται μια διαφορετική μορφή εγκλωβισμού. Περνούν ώρες που μοιάζουν με μήνες και δεν ξέρεις αν ο άνθρωπος που αγαπάς ζει. Δεν ξέρεις αν πρέπει να θυμώσεις, να φύγεις, να προστατεύσεις τον εαυτό σου ή να τρέξεις να τον σώσεις. Και κάπου εκεί αρχίζεις να ξεχνάς εσένα. Αργότερα, όταν τραυματίστηκε σοβαρά σε ατύχημα με τη μηχανή και χρειάστηκε χειρουργείο και μεγάλο διάστημα αποκατάστασης, ήμουν ήδη εκεί και πριν ακόμα χρειαστεί να μου το ζητήσει. Η καρδιά μου δεν λειτουργούσε με λογαριασμούς. Δεν σκέφτηκα πόσες φορές είχα χρειαστεί εγώ μια αγκαλιά και είχα μείνει μόνη. Δεν σκέφτηκα πόσα είχα ήδη περάσει. Είδα έναν άνθρωπο που αγαπούσα να χρειάζεται βοήθεια και έδωσα αγάπη. Αυτό ήξερα να κάνω. Να δίνω αγάπη…

 

Κάποια στιγμή όμως κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν αναγνώρισα τη γυναίκα που έβλεπα. Δεν ήταν μόνο η εμφάνισή μου. Ήταν το βάρος που κουβαλούσα. Ήταν σαν να είχα γίνει ένα ζόμπι που απλώς προσπαθούσε να βγάλει άλλη μία ημέρα. Και τότε είπα στον εαυτό μου κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: «Σήκω. Για σένα. Και για όσους σε αγαπούν.» Άρχισα να απομακρύνομαι. Δεν ήταν εύκολο. Δεν έκλεισα έναν διακόπτη και έπαψα να αισθάνομαι. Δεν έπαψα να αγαπώ επειδή κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω. Έφυγα επειδή κατάλαβα ότι έπρεπε να σώσω εμένα.

 

Η σχέση τελείωνε, μέρα με τη μέρα, τουλάχιστον από τη μεριά μου, και όσο περισσότερο γινόταν αντιληπτό σε εκείνον, τόσο περισσότερο ασκούσε τεχνικές επάνω μου που δημιουργούσαν κύκλους. Ήμουν πλέον τόσο εξαντλημένη, και ψυχικά και σωματικά, που απλά κοιτούσα σαν θεατής τη ζωή μου και έτρεμα για το πόσο θα πάθει η υγεία μου από όσα έζησα. Υπήρχαν στιγμές που προσπαθούσα να καταλάβω, να διαχειριστώ, να ηρεμήσω καταστάσεις ή απλώς να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που είχα ζήσει δεν ήταν εφιάλτης αλλά πραγματικότητα. Και κάθε φορά που έβλεπε ότι απομακρυνόμουν, εμφανιζόταν ξανά με έναν διαφορετικό τρόπο. Σαν να έπρεπε κάθε φορά να μου αποδείξει τι «χάνω». Ήξερα τι χάνω και ήταν επιλογή μου να το χάνω. Τότε πια συνειδητοποίησα πως μεταξύ μας δεν μπορούσε να υπάρξει καμία φιλία ή ανθρώπινη επαφή. Σε όποια θέση και να τον έβαζα, δεν θα άλλαζε, δεν θα ήταν ποτέ η τελευταία φορά, δεν μου ταίριαζε. Όσο περισσότερο καταλάβαινε πως αυτή τη φορά όλα θα είναι οριστικά, τόσο περισσότερο θυμάμαι να αναρωτιέμαι τι άλλο θα σκεφτεί… Όταν πια μπήκαν γυναίκες στο παιχνίδι του για να μου δείξει και έτσι τι χάνω, με φωτογραφίες, screenshots συνομιλιών, συγκρίσεις, υπονοούμενα. Δεν ήταν μόνο η προσβολή προς εμένα. Ήταν και η σκέψη των γυναικών που βρίσκονταν απέναντί του, χωρίς να γνωρίζουν απαραίτητα σε τι ιστορία είχαν μπει. Γυναίκες που εμφανίστηκαν στη ζωή του και πιθανόν πίστεψαν ότι βρήκαν κάτι διαφορετικό. Κάποιες από αυτές βρέθηκαν μπροστά σε πλευρές του που εγώ είχα ήδη γνωρίσει. Όταν προσπάθησα να προειδοποιήσω κάποιες από αυτές, είδα για ακόμη μία φορά πόσο διαφορετικά μπορεί να αντιδράσει κάθε άνθρωπος απέναντι στην ίδια πραγματικότητα. Κάποια με άκουσε. Κάποια άλλη δεν με πίστεψε. Και αυτό επίσης είναι μέρος της ιστορίας. Γιατί όταν μιλάς για κακ0ποίηση, δεν υπάρχει πάντα μια εύκολη εικόνα θύματος και θύτη. Υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να εξηγήσει τι του συνέβη και ένας κόσμος που συχνά δυσκολεύεται να τον ακούσει χωρίς να τον κρίνει.

 

Και κάπου μέσα σε όλα αυτά ήρθε η στιγμή που η β1α κορυφώθηκε. Είχαμε συναντηθεί για να τελειώσουμε οριστικά. Η κατάσταση ήταν ήδη φορτισμένη. Προσπαθούσα να μιλήσω, να εξηγήσω, να σταματήσω μια κατάσταση που είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Ήταν σαν να μιλούσα σε τοίχο. Έτσι τουλάχιστον έμοιαζε, γιατί πλέον γνωρίζω καλά πως ήταν μία από τις ακόμα φορές που παρατηρούσε. Οπότε τα έπαιξε όλα για όλα. Να προσβάλει, να γειώσει, να μειώσει, να απειλήσει. Τα έκανε όλα μαζί. Ό,τι είχε και δεν είχε. Κάποια στιγμή, εξαντλημένη, με την αξιοπρέπειά μου να την πατάει για ώρα στο πάτωμα, όπως κι εμένα, όπως και μια καρδιά που εκείνον αγαπούσε να συνεχίζει ασταμάτητα να μην νοιάζεται για εκείνη, τον χαστούκισα. Δεν θα απολογηθώ για το πού με έφτασε, προκειμένου απλά να σταματήσει να πατάει και εμένα και όσα ζήσαμε. Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Με έπιασε από τον λαιμό και με τα δύο χέρια. Με έσυρε από τη μηχανή του κάποια μέτρα μέχρι το αυτοκίνητό μου και συνέχισε να με πιέζει στον λαιμό, μέχρι που έχασα τις αισθήσεις μου. Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ξυπνάω πάνω στην άσφαλτο. Χώματα στα μαλλιά μου, στα ρούχα μου, στα χέρια μου. Προσπαθούσα να πάρω ανάσα. Είχα έντονη ταχυκαρδία και δεν καταλάβαινα αμέσως τι είχε συμβεί. Τον έβλεπα μπροστά μου σοκαρισμένο να παραμιλά και με όση ανάσα ή δύναμη είχα, ζήτησα βοήθεια. Φυσικά ποτέ δεν την έλαβα. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει, κατάφερα να κλειδωθώ στο αυτοκίνητό μου και να καλέσω την αστυνομία. Εκείνο το ξημέρωμα βρέθηκα σε ένα αστυνομικό τμήμα, σε κατάσταση σοκ, με τα χώματα ακόμη πάνω μου και την ψυχή μου πατημένη να την κρατώ στα ίδια μου τα χέρια. Για πρώτη φορά στη ζωή μου χρειάστηκε να καταγράψω επίσημα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα ούτε να πιστέψω ότι μου είχε συμβεί. Και να μην το έκανα εγώ, ήταν αυτεπάγγελτο. Είχαμε επίσημα τελειώσει. Βρέθηκα για μέρες κλεισμένη σε ένα δωμάτιο να κλαίω και να μην ξέρω σε ποια γραμμή βοήθειας να καλέσω για βοήθεια. Σε ποια από όλες; Για το πένθος μετά τον χωρισμό; Για τη λεκτική β1α; Για τη σωματική β1α; Για τα θύματα των ναρκισσιστών; Που λένε πως όλοι αυτοί οι κύκλοι που περνούν τα θύματά τους είναι από τους πιο σοβαρούς εθισμούς; Όσα τηλέφωνα κι αν κάλεσα, όση βοήθεια κι αν έλαβα, από εκείνον δεν χτύπησε ποτέ φυσικά ούτε μία κλήση, ούτε για συγγνώμη, ούτε για να δει πώς και αν ζω… Ήταν φυσικά εκεί έξω με τη μάσκα του και διάλεγε το επόμενο θύμα. Δεν ήταν μονάχα ότι είχα ζήσει ό,τι πιο βίαιο έχω ζήσει στη ζωή μου, είναι πως αυτό μου το προκάλεσε και ένας από τους πιο δικούς μου ανθρώπους.

 

Καιρό μετά, σε μια προσπάθεια επικοινωνίας να λύσουμε εξωδικαστικά όσα δεν λύνονταν, φυσικά προσπάθησε να με προσεγγίσει. Όταν είδε πως δεν υπήρχε περίπτωση επανασύνδεσης, φυσικά, σκέφτηκε για να «ευχαριστήσει» την καλοσύνη μου να αποστείλει 3 φωτογραφίες μου ευαίσθητου περιεχομένου. Ακολούθησε και δεύτερη μήνυση, για εκδικητική πορν0γραφία. Και τότε κατάλαβα ότι υπάρχουν στιγμές που η αξιοπρέπεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι το τελευταίο πράγμα που προσπαθείς να κρατήσεις όρθιο όταν κάποιος έχει προσπαθήσει να σου πάρει σχεδόν όλα τα υπόλοιπα.

 

Υπάρχουν διαδικασίες που δεν έχουν τελειώσει. Δυστυχώς, όταν κάποιος αποφεύγει το αυτόφωρο, αυτές οι διαδικασίες στη χώρα μας διαρκούν τόσο πολύ, όπου σε φέρνουν αντιμέτωπη ξανά με τον ίδιο εφιάλτη, όταν έχεις κάνει τα πάντα και για τόσο καιρό απλά για να σηκωθείς και να τα αφήσεις όλα πίσω σου. Υπάρχει μια δικαστική αίθουσα στην οποία θα χρειαστεί να σταθώ και να περιγράψω γεγονότα που θα προτιμούσα να μην είχα ζήσει ποτέ. Δεν θα μπω εκεί για να παίξω τον ρόλο του θύματος. Δεν θα μπω για να παρουσιάσω τον εαυτό μου ως τέλειο άνθρωπο. Θα μπω για να πω ό,τι μου ζητείται. Την αλήθεια μου και τα γεγονότα. Όχι για να γίνω δικαστής ή λυτρωτής. Γεγονότα στα οποία δεν έκανα ποτέ τίποτα που να αξίζει να γίνω αποδέκτης τους. Δεν ξέρω ποια θα είναι η δικαστική απόφαση. Αλλά 2 χρόνια μετά δεν την έχω ανάγκη. Ξέρω ποια είναι η δική μου αλήθεια. Και την ξέρει και εκείνος. Όσα ψέματα και να ξεστομίσει για να διευκολύνει τη θέση του…έχασε… Τον μοναδικό άνθρωπο που όταν έβγαλε τη μάσκα του κ είδε το τέρας πίσω από αυτήν, δεν τρόμαξε. Και δεν χρειάζεται να παίξω ούτε τον ρόλο του θύματος που ζητά οίκτο ούτε εκείνον του ανθρώπου που ζητά εκδίκηση.

 

Σε όποιον βρήκα το θάρρος να πω την ιστορία μου, ειδικό ή μη, θυμάμαι όλων τα βλέμματα: σε ποια σημεία έσκυψαν το κεφάλι, σε ποιο σημείο γούρλωσαν τα μάτια, σε ποια σημεία με κοιτούσαν με απορία, σε ποια σημεία τσαντίστηκαν… Θυμάμαι όλα αυτά τα ζευγάρια μάτια… Τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά τώρα όλα αυτά τα βλέμματα έχουν επισκιάσει το δικό του, όταν πέταξε τη μάσκα… Και θυμάμαι πως όλοι στάθηκαν σε ένα σημείο… σε εκείνο το βράδυ που απειλήθηκε η ζωή μου… και καταλαβαίνω το γιατί. Και φυσικά οι ελάχιστοι γνώστες, κοντινοί μου άνθρωποι, φρόντισαν να είναι δίπλα μου στα πάντα και είναι οι μόνοι που έχω ανάγκη και χρειάζομαι. Όλοι τρόμαξαν και στάθηκαν σε εκείνο το βράδυ… Εμένα όμως μέσα μου όλα φωνάζουν ένα πράγμα. Η σωματική β1α, είτε εκείνου του βραδιού είτε οποιοδήποτε άλλο σημάδι είχε για λίγο καιρό το σώμα μου, δεν ήταν τίποτε μπροστά σε κάθε άλλη μορφή β1ας που ταρακούνησε την ψυχή μου, όχι μόνο εκείνο το βράδυ του συμβάντος αλλά πολύ πριν από αυτό.

 

Οι πιο δύσκολες στιγμές μιας τέτοιας ιστορίας δεν είναι απαραίτητα εκείνες που πονάει το σώμα. Είναι εκείνες που, αφού έχεις επιβιώσει, μένεις μόνη με τον εαυτό σου και θυμώνεις. Θυμώνεις επειδή τα είδες. Επειδή κάποια τα κατάλαβες. Επειδή κάποια τα δικαιολόγησες. Επειδή έμεινες. Επειδή συγχώρεσες. Επειδή έδωσες άλλη μία ευκαιρία. Και τότε έρχεται ο πιο σκληρός δικαστής. Εσύ. Και εκεί πρέπει να μάθεις να μη σε τιμωρείς άλλο. Γιατί δεν χρειάζεται να γυρίσεις πίσω για να αλλάξεις όσα έγιναν. Χρειάζεται να κοιτάξεις μπροστά και να αγκαλιάσεις ξανά τη γυναίκα που όχι απλά επέζησε, αλλά χαμογέλασε ξανά, στάθηκε στα πόδια της ξανά. Δεν ξέρω αν η δικαίωση θα έρθει μέσα από μια δικαστική αίθουσα. Ίσως έρθει. Ίσως όχι με τον τρόπο που φαντάζομαι. Ίσως η μεγαλύτερη δικαίωση να είναι ότι κάποιος προσπάθησε να σε διαλύσει και τελικά δεν τα κατάφερε. Ξέρω όμως πλέον ότι η δική μου ζωή δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν κάποιος άλλος θα αναγνωρίσει αυτό που έζησα. Γιατί εγώ το αναγνωρίζω. Και αν υπάρχει ένας λόγος που επέλεξα να γράψω αυτή την ιστορία, είναι αυτός: Αν κάποια γυναίκα που βρίσκεται σήμερα στην αρχή αυτού του δρόμου διαβάσει αυτές τις λέξεις και αναγνωρίσει έστω ένα κομμάτι του εαυτού της, θέλω να ξέρει κάτι. Δεν φταίει επειδή αγάπησε. Δεν είναι αδύναμη επειδή προσπάθησε. Δεν είναι ανόητη επειδή έδωσε ευκαιρίες. Και δεν χρειάζεται να περιμένει να γίνει η ζωή της αγνώριστη για να επιλέξει τον εαυτό της.

 

Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις να ρωτάς το φίδι γιατί σε δάγκωσε. Πρέπει να απομακρυνθείς. Να περιποιηθείς τις πληγές σου. Να ξαναβρείς το χρώμα σου. Και να θυμηθείς ποια ήσουν πριν κάποιος προσπαθήσει να σε πείσει ότι δεν είσαι αρκετή. Εγώ σήμερα δεν θέλω να επιστρέψω πίσω. Θέλω να προχωρήσω. Αυτό κάνω δύο χρόνια. Χτίζω τα σπασμένα κομμάτια μου ένα προς ένα. Όσα πίστευε ότι θα κλέψει από μια όμορφη ψυχή για να γεμίσει μια άδεια ψυχή. Και αν κάτι κρατάω από όλη αυτή την ιστορία, δεν είναι εκείνος. Είμαι εγώ. Η καρδιά μου που άντεξε. Η αξιοπρέπειά μου που επέστρεψε. Και η ζωή μου, που όσο κι αν προσπάθησαν να τη διαλύσουν, είναι ακόμη δική μου. Γι’ αυτό προχωρώ μόνο με ψηλά το κεφάλι. Και συνεχίζω να χτίζω. Με τις πέτρες που μου πέταξαν, θα χτίσω παλάτια. Όχι για να αποδείξω κάτι σε εκείνον. Αλλά γιατί, επιτέλους, το χρωστάω σε εμένα.

Συντάκτης: Guest Pillowfighter