Θέλοντας και μη, ζούμε στην εποχή που το «δεν θέλω κάτι σοβαρό», το situationship και το ghosting είναι ό,τι πιο σύνηθες και, κατά κάποιον τρόπο, έχουν γίνει τόσο αποδεκτά όσο και λογικά. Ή πάλι το sorry «δεν είχα χρόνο να απαντήσω», λες και το κινητό δεν είναι προέκταση του χεριού μας, είναι πλέον κατανοητό και δικαιολογημένο. Του «δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω», του «μην το βάζουμε σε κουτάκια, δεν υπάρχει λόγος». Στην εποχή που φοβόμαστε να ξεστομίσουμε αυτό το ρημάδι το «σε θέλω, σε γουστάρω», μπας και φανούμε λίγο ευάλωτοι και ευαίσθητοι και παρεξηγηθούμε. Αντικαταστήσαμε το «θέλω να είμαι μαζί σου» με ένα «ας περνάμε καλά και θα δούμε». Και κάπως έτσι μετατρέψαμε το ομορφότερο συναίσθημα, τον έρωτα, σε μια διαπραγμάτευση για σκληρούς.

Να στείλω πρώτος ή να μη στείλω; Άραγε πόση ώρα να περιμένω για να απαντήσω; Ποιος θα δείξει λιγότερο ενδιαφέρον; Ξέρεις, κάνε και λίγο ότι δεν σε πολυνοιάζει, ότι δεν καίγεσαι. Ποιος θα καταφέρει να την κάνει πρώτος, πριν προλάβει ο άλλος να μας πληγώσει; Μην τυχόν και πεις ότι σου έλειψε. Και προς Θεού, μην παραδεχτείς ότι έκανες αμάν γι’ αυτό το μήνυμά του. Πρόσεξε μην πέσεις με τα μούτρα και μην αγαπήσεις περισσότερο απ’ όσο «πρέπει». Λες και ο έρωτας έχει λογική και οδηγίες χρήσης.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά γεννήθηκε και το περίφημο «δεν ξέρω τι θέλω, δεν είμαι σε φάση για πολλά πολλά αυτή τη στιγμή». Ίσως η πιο βολική πρόταση της γενιάς μας. Έχεις έναν άνθρωπο να σου κρατάει συντροφιά τα βράδια, να σκοτώνεις τη μοναξιά σου, αλλά αρκετά μακριά, ώστε να μη χρωστάς εξηγήσεις και να μη χρειαστεί να σε βρει εκεί και το πρωί. Να τον έχεις όταν θέλεις μια αγκαλιά και να μπορείς να την κάνεις όταν ζητά κάτι περισσότερο. Και να επιστρέφεις, λες και δεν έχει συμβεί τίποτα, εβδομάδες μετά, με ένα απλό «πού χάθηκες;». Ε μα, εσύ χάθηκες, αγάπη μου.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία, όμως, είναι ότι πίσω από όλη τη δήθεν αδιαφορία, κατά βάθος λιώνουμε για ακριβώς το αντίθετο. Λιώνουμε για έναν έρωτα λίγο παραπάνω αυθόρμητο, που θα κάνει χαζομάρες για πάρτη μας. Δίχως να το πολυσκεφτεί «μήπως φανώ πολύ διαθέσιμος». Ένα τηλέφωνο στις 11 η ώρα το βράδυ: «Είμαι από κάτω. Έλα λίγο να σε δω». Δίχως να το προγραμματίσουμε μέρες πριν, ούτε για κάποιο σπουδαίο πλάνο. Απλούστατα γιατί κάποιος σε γουστάρει αρκετά και ένα μήνυμα δεν του ήταν αρκετό. Έστω για 10 λεπτά, και ας έκανε απόσταση μισής ώρας. Μια αγκαλιά, ένα βλέμμα και ένα φιλί για να κοιμηθεί πιο ήρεμα το βράδυ και να ξεφύγει από όλη την κούραση της μέρας, που θα σβήσει με ένα σου γέλιο και ένα χαμόγελο. Και κάπως έτσι αυτό το λίγο μοιάζει πολύ με τον σωστό άνθρωπο.

Ίσως στην τελική αυτό να αναζητάμε όλοι μας. Κάποιος να μας θέλει και να μη φοβάται να μας το δείξει. Να μας σκέφτεται και να το λέει. Και εκεί που νιώθει μόνος, να έρχεται να μας βρει. Να ζηλεύει λίγο, να μας νοιάζεται πολύ, να λάμπει όταν μας κοιτάει και να μην πρέπει να κρυπτογραφούμε κάθε μήνυμα για κρυφά νοήματα, τελείες, likes, γιατί απλούστατα τα μάτια μιλάνε από μόνα τους. Μάλλον σε αυτή την εποχή μπερδέψαμε την αδιαφορία με τη δύναμη. Όσο και αν το παίζουμε υπεράνω, δύσκολοι ή ανεξάρτητοι ή «δεν ψάχνω κάτι αυτή την περίοδο», θα λιώνουμε πάντα για κάποιον που δεν άντεξε να περιμένει μέχρι αύριο για να μας δει. Για κάποιον που ήρθε έτσι ξαφνικά για ένα «κατέβα για λίγο», για ένα «σε γουστάρω και δεν αντέχω μακριά σου» και για μια αγκαλιά που κράτησε λίγο περισσότερο από όσο έπρεπε. Και κυρίως για τον μεγάλο έρωτα που δεν φοβήθηκε να φανεί έρωτας.

«Σε γουστάρω τρελά, σε σκέφτομαι, θέλω να σε δω». Τόσο απλά. Σε μια εποχή, λοιπόν, που όλοι παλεύουν να νιώσουν λιγότερο, νιώσε πολύ και μην το κρύψεις!

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου