Υπάρχει μια παράξενη στιγμή στις σχέσεις που συνήθως περνάει απαρατήρητη. Είναι εκείνη η μικρή παύση όταν κάποιος κάνει κάτι τρυφερό και ο άλλος δεν ξέρει ακριβώς πώς να σταθεί απέναντί του. Ένα χέρι που μένει λίγο παραπάνω στο πρόσωπο. Ένα μήνυμα που δεν ζητάει τίποτα, απλώς λέει «να έχεις μια όμορφη μέρα». Ένα φαγητό που εμφανίζεται στο τραπέζι επειδή κάποιος θυμήθηκε ότι είναι το αγαπημένο σου. Μικρά πράγματα, σχεδόν ασήμαντα αν τα δεις απ’ έξω. Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που μπροστά σε αυτά αισθάνονται πιο άβολα απ’ ό,τι μπροστά σε μια δύσκολη συζήτηση.

Δεν είναι ότι δεν τους αρέσει η τρυφερότητα. Το αντίθετο. Τους αρέσει τόσο, που για μια στιγμή δεν ξέρουν πώς να τη διαχειριστούν. Η αγάπη συνήθως παρουσιάζεται σαν συναίσθημα. Στην πράξη όμως είναι και μια σειρά από συμπεριφορές που απαιτούν εξοικείωση.

Να αφήσεις κάποιον να σε σκεφτεί. Να δεχτείς ότι σε πρόσεξε. Να επιτρέψεις σε έναν άλλον άνθρωπο να γνωρίζει τι χρειάζεσαι χωρίς να του δώσεις οδηγίες χρήσης. Να μην προσπαθήσεις αμέσως να ελαφρύνεις τη στιγμή με ένα αστείο ή να την κλείσεις με ένα «εντάξει, υπερβολές». Μερικοί άνθρωποι είναι εκπληκτικά καλοί στο να δημιουργούν χώρο για τους άλλους και εντελώς άπειροι στο να κατοικούν στον χώρο που κάποιος δημιουργεί γι’ αυτούς.

Η διαφορά είναι λεπτή αλλά σημαντική. Το να προσφέρεις σε βάζει σε κίνηση. Το να δέχεσαι σε βάζει σε αναμονή. Και η αναμονή έχει κάτι που δεν αρέσει ιδιαίτερα στον εγκέφαλο: δεν σου δίνει έργο. Δεν υπάρχει κάτι να διορθώσεις, να οργανώσεις ή να βελτιώσεις. Υπάρχει μόνο η εμπειρία.

Γι’ αυτό και η τρυφερότητα μπορεί να γίνει παράξενη με την έκθεση. Όχι επειδή αποκαλύπτει κάποιο μεγάλο μυστικό, αλλά επειδή σε κάνει ορατό σε πραγματικό χρόνο. Κάποιος παρατήρησε ότι κουράστηκες. Κάποιος κατάλαβε ότι κρύωσες. Κάποιος θυμήθηκε κάτι που είχες πει πριν από εβδομάδες και το κράτησε.

Η φροντίδα, στην πιο απλή της μορφή, είναι ένας τρόπος να σου πει κάποιος: «Σε έχω προσέξει». Και το να σε έχουν προσέξει δεν είναι πάντα εύκολο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν συνηθίσει τόσο πολύ να περνούν απαρατήρητοι συναισθηματικά, ώστε όταν κάποιος τους παρατηρεί πραγματικά, χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν. Όχι επειδή η προηγούμενη ζωή τους ήταν απαραίτητα δραματική.

Μερικές φορές δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο τραύμα να βάλεις σε κορνίζα και να εξηγήσεις. Υπάρχει απλώς μια μακρά εξάσκηση στο να μην περιμένεις πολλά από τους άλλους. Και η εξάσκηση αυτή γίνεται συνήθεια. Έτσι μπορεί κάποιος να γνωρίζει ακριβώς πώς να κάνει έναν σύντροφο να αισθάνεται ξεχωριστός και να μην ξέρει τι να κάνει όταν ο ίδιος γίνεται το ξεχωριστό πρόσωπο της ιστορίας.

Να οργανώνει εκπλήξεις, αλλά να νιώθει άβολα με μια έκπληξη που αφορά τον ίδιο. Να χαϊδεύει, αλλά να μαζεύεται όταν τον χαϊδεύουν. Να ακούει επί ώρες, αλλά να αλλάζει θέμα όταν κάποιος αρχίζει να τον κοιτάζει με εκείνη την ήρεμη προσοχή που δεν απαιτεί τίποτα. Κάπου εκεί εμφανίζεται ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα της οικειότητας: η αδυναμία να παραμείνεις παρών σε κάτι καλό.

Όχι επειδή πρέπει να φύγεις. Απλώς επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις. Η ψυχολογία της προσκόλλησης έχει δείξει πόσο σημαντική είναι η εμπειρία της ασφαλούς ανταπόκρισης για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε αργότερα. Η φροντίδα δεν μαθαίνεται μόνο ως κάτι που προσφέρουμε στους άλλους. Μαθαίνεται και ως κάτι που μπορούμε να δεχτούμε χωρίς να ενεργοποιείται η ανάγκη να ελέγξουμε τη στιγμή.

Κι αυτό είναι ίσως το πιο υποτιμημένο κομμάτι της συναισθηματικής ωριμότητας. Δεν είναι μόνο να μπορείς να πεις τι αισθάνεσαι. Είναι να μπορείς να αντέξεις αυτό που αισθάνεται κάποιος άλλος για σένα. Να αντέξεις το βλέμμα του. Το ενδιαφέρον του. Την τρυφερότητά του.

Ακόμη και τη σιωπή που ακολουθεί όταν κάποιος σου λέει κάτι όμορφο και δε χρειάζεται να απαντήσεις με κάτι εξίσου όμορφο. Γιατί υπάρχει και αυτή η περίεργη συνήθεια να επιστρέφουμε αμέσως ό,τι μας δίνεται. Σαν να μη μας επιτρέπεται να κρατήσουμε κάτι για λίγο. Ένα κομπλιμέντο επιστρέφεται με κομπλιμέντο. Μια αγκαλιά με άλλη αγκαλιά. Μια χειρονομία με μια μεγαλύτερη χειρονομία.

Η σχέση γίνεται ανταλλαγή και η τρυφερότητα χάνει λίγο από το νόημά της. Μερικές φορές το πιο ώριμο «ευχαριστώ» είναι απλώς ένα «ευχαριστώ». Χωρίς αντιστάθμισμα. Χωρίς να προσπαθήσεις να κάνεις τη στιγμή ίση. Γιατί η αγάπη δεν χρειάζεται πάντα ισορροπία. Χρειάζεται χώρο.

Και ο χώρος αυτός είναι δύσκολος για όσους έχουν μάθει να γεμίζουν κάθε σιωπή, κάθε κενό, κάθε συναισθηματική παύση με κάποια πράξη. Εκεί βρίσκεται η πραγματική αμηχανία: στη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις και παρ’ όλα αυτά κάτι σημαντικό συμβαίνει. Κάποιος σε αγαπάει. Κι εσύ απλώς το μαθαίνεις.

Ίσως τελικά η δυσκολία δεν βρίσκεται στο να βρεις την αγάπη, ούτε στο να τη δώσεις, ούτε καν στο να την κρατήσεις. Ίσως βρίσκεται στο να την αφήσεις να σε αγγίξει χωρίς να την κάνεις αμέσως κάτι άλλο. Γιατί μπορεί να περάσει μια ολόκληρη ζωή μαθαίνοντας κανείς πώς να αγαπά τους ανθρώπους και να μην καταλάβει ποτέ ότι υπάρχει μια διαφορετική δεξιότητα, πολύ πιο σιωπηλή και πολύ πιο δύσκολη: να αφήνεσαι να αγαπηθείς.

Και τότε, ίσως η πιο άβολη αλήθεια να μην είναι ότι φοβόμαστε μήπως κάποιος μας πληγώσει. Ίσως φοβόμαστε περισσότερο ότι, αν κάποιος μας αγαπήσει αρκετά, θα χρειαστεί επιτέλους να παραδεχτούμε πόσο πολύ μας έλειψε.

 

 

Συντάκτης: Γιώργος Κατρίνης