Υπάρχουν άνθρωποι που τους θέλεις. Και υπάρχουν άνθρωποι που, αν είμαστε λίγο πιο ακριβείς, θέλεις τρομερά να σε θέλουν. Οι δύο προτάσεις μοιάζουν επικίνδυνα μεταξύ τους, ειδικά όταν υπάρχει φλερτ, αβεβαιότητα και εκείνο το μικρό ηλεκτρικό σοκ που προκαλεί το να νιώθεις ότι κάποιος σε διαλέγει. Μόνο που το ένα αφορά τον άλλον. Και το άλλο αφορά πολύ περισσότερο εσένα απ’ όσο θα ήθελες να παραδεχτείς. Το «σε θέλω» στρέφεται προς τον άλλον. Το «θέλω να με θέλεις» στρέφεται και προς εσένα. Προς το πώς νιώθεις όταν γίνεσαι αντικείμενο επιθυμίας, όταν κάποιος σε προσέχει, σε επιλέγει, σε κοιτάζει λίγο περισσότερο, όταν ξαφνικά παίρνεις μια πληροφορία που ακούγεται κάπως σαν: «ναι, έχεις επίδραση πάνω μου».

Και αυτή η πληροφορία δεν είναι καθόλου ουδέτερη. Το να καταλαβαίνεις ότι αρέσεις σε κάποιον μπορεί να αλλάξει και τον τρόπο που τον βλέπεις εσύ. Η αμοιβαιότητα έχει δύναμη. Όχι επειδή θα ερωτευτείς οποιονδήποτε σε θέλει, αλλά επειδή το «με θέλει» μπαίνει στην εξίσωση πριν καν το καλέσεις. Κάπως έτσι, ένας άνθρωπος που μέχρι χθες ήταν απλώς «οκ» μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει καλύτερο φωτισμό. Δεν άλλαξε απαραίτητα το πρόσωπό του, το χιούμορ του ή η προσωπικότητά του μέσα σε ένα βράδυ. Άλλαξε κάτι άλλο: έμαθες ότι σε κοιτάζει αλλιώς. Και το «με θέλει» έχει πολύ κακή επιρροή στην αντικειμενικότητα.

Γιατί το να σε θέλουν μπορεί να λειτουργήσει σαν μικρή δόση επιβεβαίωσης. Όχι με την απλοϊκή έννοια ότι όποιος αποζητά επιθυμία «έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση». Οι άνθρωποι γενικά νοιαζόμαστε για το αν μας εκτιμούν, μας επιλέγουν και μας θεωρούν σημαντικούς. Έρευνες στις σχέσεις έχουν δείξει ότι τόσο η αίσθηση ότι μας εκτιμούν όσο και η επιθυμία να μας εκτιμούν συνδέονται με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε μέσα στις σχέσεις. Το να θέλεις να νιώθεις ότι μετράς για κάποιον δεν είναι ελάττωμα χαρακτήρα. Είναι απλώς πολύ ανθρώπινο. Το μπέρδεμα αρχίζει όταν αυτή η επιβεβαίωση μοιάζει τόσο ωραία ώστε να την περνάμε για επιθυμία. Θέλεις να τον φιλήσεις ή θέλεις να ξέρεις ότι θα ήθελε να σε φιλήσει; Θέλεις να γίνει κάτι ή σε ανακουφίζει απλώς η ιδέα ότι θα μπορούσε να γίνει, επειδή αυτό αποδεικνύει ότι εξακολουθείς να έχεις αυτή τη δύναμη πάνω του;

Μερικές φορές η διαφορά φαίνεται μόνο όταν πάρεις αυτό που νόμιζες ότι ήθελες. Όσο ο άλλος κρατούσε απόσταση, το μυαλό είχε δουλειά: «με θέλει; δεν με θέλει; γιατί δεν απαντά; τι σήμαινε αυτό;». Και όταν έρθει επιτέλους η καθαρή επιβεβαίωση, αντί να εκτοξευτεί η επιθυμία, πέφτει η ένταση. Όχι πάντα. Αλλά αρκετές φορές ώστε να γεννηθεί μια πολύ άβολη ερώτηση: μήπως τελικά δεν κυνηγούσες τον άνθρωπο, αλλά την επιβεβαίωση;

Ήθελες εκείνον ή ήθελες να κερδίσεις το «με θέλει»;

Υπάρχει κι ένα δεύτερο μπέρδεμα: πολλές φορές δεν επιθυμούμε μόνο τον άλλον, αλλά και την εκδοχή του εαυτού μας που εμφανίζεται μέσα στα μάτια του. Πιο sexy. Πιο ενδιαφέρουσα. Πιο τολμηρή. Πιο ακαταμάχητη. Κάποιοι άνθρωποι δεν μας προσφέρουν απλώς έλξη· μας επιστρέφουν μια εικόνα του εαυτού μας που μας αρέσει πολύ να κοιτάμε. Και γι’ αυτό μπορεί να είναι δύσκολο να φύγεις ακόμη κι όταν, αν αφαιρέσεις το flirt, δεν ξέρεις τι ακριβώς μένει. Μπορεί να μην έχεις τόσα κοινά. Μπορεί να μη θέλεις πραγματικά σχέση. Μπορεί ακόμη και να ξέρεις ότι δεν ταιριάζετε. Αλλά το βλέμμα του άλλου λειτουργεί σαν καθρέφτης με εξαιρετικά κολακευτικό φωτισμό. Και τέτοιους καθρέφτες δύσκολα τους πετάς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιθυμία είναι ψεύτικη. Τα κίνητρα δεν έρχονται σε καθαρά κουτάκια. Μπορεί να θέλεις πραγματικά κάποιον και ταυτόχρονα να απολαμβάνεις τρομερά το ότι σε θέλει. Μπορεί να υπάρχει σωματική έλξη, περιέργεια, συναίσθημα και validation όλα μαζί. Το θέμα δεν είναι να κάνεις ψυχολογική ανάκριση στον εαυτό σου κάθε φορά που φλερτάρεις. Είναι να αναγνωρίζεις ότι το «τον θέλω» δεν είναι πάντα η μόνη φωνή στο δωμάτιο.

Ένας καλός τρόπος να ξεχωρίσεις λίγο τα δύο είναι να αφαιρέσεις νοητά την επιβεβαίωση. Αν ήξερες με απόλυτη βεβαιότητα ότι σε θέλει, αλλά δεν χρειαζόταν πλέον να το αποδείξει, θα εξακολουθούσες να τον θέλεις το ίδιο; Αν σταματούσε να σε κυνηγά, θα σου έλειπε εκείνος ή το πώς ένιωθες όταν σε κυνηγούσε; Δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Υπάρχει μόνο μια πολύ χρήσιμη διάκριση: άλλο να λαχταράς έναν άνθρωπο και άλλο να λαχταράς την επιβεβαίωση που παίρνεις μέσα από την επιθυμία του. Γιατί μερικές φορές το πιο εθιστικό «σε θέλω» δεν είναι αυτό που νιώθεις εσύ. Είναι αυτό που θέλεις απελπισμένα να ακούσεις από τον άλλον.

Συντάκτης: Virtual Unreality