«Ωραίο χαμόγελο, έτσι και μη μιλάτε»: Μια φράση που ειπώθηκε στον τηλεοπτικό αέρα, αλλά για πολλές γυναίκες δεν ακούστηκε καθόλου καινούργια. Απλώς αυτή τη φορά υπήρχαν κάμερες.

Η έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αναστασία Γιάμαλη και τον Γιώργο Πατούλη στην εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» του Mega ξεκίνησε από ένα απολύτως συγκεκριμένο δημοσιογραφικό ερώτημα: τις ενδεχόμενες ευθύνες και τις δυνατότητες ελέγχου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών σε σχέση με το ιατρείο στο Κολωνάκι που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.

Η συζήτηση γρήγορα ανέβασε ένταση. Ο Γιώργος Πατούλης κατηγόρησε την παρουσιάστρια ότι θέτει το θέμα «κομματικά», αναφερόμενος στην πολιτική της πορεία, ενώ εκείνη αντέδρασε έντονα, λέγοντας ότι η δική της πολιτική επιλογή δεν αναιρεί το δικαίωμά της να τον ελέγχει δημοσιογραφικά. Ακολούθησαν χαρακτηρισμοί, διακοπές και μια αντιπαράθεση που απομακρύνθηκε γρήγορα από το αρχικό ερώτημα.

 


 

Και κάπου εκεί, από τις ευθύνες και τους ελέγχους, η συζήτηση έφτασε στο χαμόγελό της. Ως σχόλιο για το πώς θα ήταν προτιμότερο να βρίσκεται μια γυναίκα μέσα στη συζήτηση: πιο χαμογελαστή και, ιδανικά, λιγότερο ομιλητική.

Το θέμα δεν είναι ότι ένας άνδρας και μία γυναίκα διαφώνησαν έντονα στην τηλεόραση. Οι δημοσιογράφοι μπορούν να πιέζουν, οι καλεσμένοι μπορούν να ενοχλούνται και οι συζητήσεις μπορούν να ξεφεύγουν. Το ζήτημα αρχίζει όταν η απάντηση στην επιμονή μιας γυναίκας παύει να αφορά όσα λέει και αρχίζει να αφορά το χαμόγελό της.

Γιατί αυτή η φράση έχει ιστορία. Την έχουν ακούσει γυναίκες σε γραφεία, σε συσκέψεις, σε επαγγελματικά τραπέζια, σε αίθουσες όπου χρειάστηκε να μιλήσουν λίγο πιο δυνατά για να ακουστούν. «Μην είσαι τόσο απότομη». «Χαμογέλα λίγο». «Είσαι πολύ όμορφη για να θυμώνεις τόσο». «Έχεις νεύρα σήμερα;». Μικρές παρατηρήσεις που σπάνια αφορούν το περιεχόμενο όσων λένε και πολύ συχνότερα τον τρόπο με τον οποίο επιτρέπεται να τα λένε.

Πόσες φορές η ίδια επαγγελματική επιμονή αλλάζει όνομα ανάλογα με το ποιος την εκφράζει; Η αποφασιστικότητα γίνεται “ένταση”, η διεκδίκηση γίνεται “επιθετικότητα” και η άρνηση να υποχωρήσεις συνοδεύεται από την απαίτηση να γίνεις λίγο πιο ευχάριστη. Και κάπως έτσι το χαμόγελο παύει να είναι έκφραση και γίνεται προϋπόθεση αποδοχής.

Δε χρειάζεται κανείς να συμφωνεί με κάθε ερώτηση της Γιάμαλη ή με κάθε τοποθέτηση του Πατούλη για να καταλάβει γιατί το «να χαμογελάτε, να μη μιλάτε» ξεπέρασε τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Η φράση ακούμπησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους δύο ανθρώπους στο στούντιο: την παλιά απαίτηση η γυναίκα να είναι παρούσα, αλλά όχι ενοχλητικά παρούσα. Να μιλά, αλλά όχι τόσο. Να διεκδικεί, αλλά όχι και πολύ. Να κάνει τη δουλειά της, αλλά κατά προτίμηση με χαμόγελο.

Και υπάρχει μια ειρωνεία εδώ. Αν μια δημοσιογράφος κάνει ερώτηση που θεωρείς άδικη, μπορείς να την αντικρούσεις. Αν θεωρείς ότι τα στοιχεία της είναι λανθασμένα, μπορείς να τα διορθώσεις. Αν πιστεύεις ότι η προσέγγισή της είναι πολιτικά προκατειλημμένη, μπορείς να το τεκμηριώσεις. Το χαμόγελό της, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την απάντηση.

Και ίσως αυτό να αναγνώρισαν αμέσως τόσες γυναίκες στη συγκεκριμένη στιγμή: τη μετατόπιση από το «τι λες» στο «πώς το λες». Από το επιχείρημα στον τόνο. Από τη δουλειά που κάνεις στο αν είσαι αρκετά ευχάριστη την ώρα που την κάνεις. Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη ατάκα ακούστηκε τόσο οικεία. Όχι επειδή είπε κάτι καινούργιο, αλλά επειδή συμπύκνωσε σε λίγες λέξεις κάτι που πολλές γυναίκες έχουν συναντήσει σε πολύ λιγότερο δημόσιους χώρους. Γιατί όταν μια γυναίκα κάνει τη δουλειά της, το χαμόγελό της είναι προαιρετικό. Η φωνή της όχι.

Συντάκτης: Virtual Unreality